Σάββατο 15 Μαΐου 2021

Ρεμπέτικο τραγούδι: Ένας μεγάλος πρεσβευτής πολιτισμού

Από τις προβλήτες των λιμανιών, από τις φυλακές, τις υπόγειες ταβέρνες και τους κακοδιωγμένους τεκέδες, το αστικό λαϊκό τραγούδι, σήμερα γνωστό μονολεξεί ως ρεμπέτικο, έφτασε να εγγραφεί στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας της UNESCO (2003) τιμώντας τον Ελληνισμό και εμπλουτίζοντας τα πολιτισμικά της εφόδια. 

Είναι το πέμπτο κατά σειρά στοιχείο που εγγράφει η Ελλάδα στονπαραπάνω κατάλογο (μετά την μεσογειακή δίαιτα – από κοινού με Ιταλία, Ισπανία, Μαρόκο, Πορτογαλία, Κύπρο, Κροατία-, την παραδοσιακή μαστιχοκαλλιέργεια στη Χίο, την τηνιακή μαρμαροτεχνία, και το εθιμικό δρώμενο των Μωμοέριων).

Η μουσική που καταφρονήθηκε, κυνηγήθηκε, αμφισβητήθηκε και απαγορεύτηκε, φτάνει τελικώς να καθίσει στον θρόνο της παγκόσμιας καταξίωσης. Ποια είναι τα στοιχεία εκείνα που έκαναν το ρεμπέτικο τραγούδι να φέρεται ως πολιτιστικός αντιπρόσωπος της Ελλάδας και η σημερινή πρόταση πολιτισμού;

Πρώτα από όλα, το ρεμπέτικο τραγούδι είναι μια μουσική που βασίζεται στο στίχο εν πολλοίς και στα νοήματα που αυτοί φέρουν. Η πολιτικοκοινωνιολογική, λαογραφική και ανθρωπολογική μελέτη των στίχων αυτών καταγράφει την εποχή των λαϊκών ανθρώπων και πως αυτοί σκέφτονταν, ερωτεύονταν, πως αντιμετώπιζαν τον θάνατο, την οικογένεια, τον πόλεμο, την κοινωνία, την φυματίωση, την δυστυχία, την ξενιτιά, την προσφυγιά, τους νόμους και το κράτος.

Οι επώνυμοι και λόγιοι της ελληνικής διανόησης αναγκάζονται να ασχοληθούν με αυτήν την παράξενη και τραχιά μουσική έκφραση. Για πρώτη φορά, το 1946, ένας σπουδαίος συνθέτης του 20ου αιώνα, ο Νίκος Σκαλκώτας, διασκευάζει την μάγισσα της Αραπιάς του Βασίλη Τσιτσάνη για δύο βιολιά και ορχήστρα, πράξη που πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Όμως η προσπάθεια του Μάνου Χατζηδάκι θα στεφθεί με απόλυτη επιτυχία. Η διάλεξη του μεγάλη συνθέτη που συνθέτει μια απολογία του ρεμπέτικου προς το κοινό και τους επικριτές του θα βάλει το ρεμπέτικο στην μέση του κύκλου των επιφανών και των λογίων. Μια διάλεξη που είχε θέσει ως στόχο της την ανάδειξη του ρεμπέτικου ως θεμέλιου λίθου της σύγχρονης ελληνικής λαϊκής μουσικής. Αμέσως μετά, παρουσίασε στο κοινό τον Μάρκο Βαμβακάρη και τη Σωτηρία Μπέλλου, οι οποίοι τραγούδησαν στο Θεάτρου Τέχνης με το κοινό να μένει αποσβολωμένο. Η διάλεξη προκαλεί αντιδράσεις. Ακολούθησε και η έκδοση του δίσκου ‘Έξι λαϊκές ζωγραφιές’ από τον Μάνο Χατζηδάκι (1950). Και έτσι η συζήτηση για το ρεμπέτικο ξεκινά.

Το 1957 συμβαίνει μια μεγάλη αλλαγή στην μορφή της μουσικής. Αποσύρονται οι δίσκοι 78 στροφών από κερί. Το γεγονός αυτό δημιούργησε ένα κύκλο συλλεκτών ρεμπέτικων τραγουδιών. Οι συλλέκτες αυτοί θα γεννήσουν το πρώτο κύμα ερευνητών του ρεμπέτικου τραγουδιού. Η ρεμπετολογική έρευνα θα κορυφωθεί με την έκδοση του έργου ‘Ρεμπέτικα Τραγούδια: μια λαογραφική έρευνα του Ηλία Πετρόπουλου’. Η προσδοκώμενη εμπορική αποτυχία του έργου αυτού δεν βρήκε έδαφος στην σκέψη του Σταύρου Ξαρχάκου, ο οποίος στην συνέχεια θα εκπονήσει το μεγαλειώδες έργο που θα ντύσει την ταινία Ρεμπέτικο, η οποία θα αποσπάσει πολλά βραβεία τόσο στην Ελλάδα όσο και στο Εξωτερικό.

Το ρεμπέτικο τραγούδι έχει μεγάλη πολιτιστική αξία καθώς χρησιμοποιεί ρυθμούς και θεματολογία του δημοτικού τραγουδιού και της βυζαντινής μουσικής. Παράλληλα, χρήζει μελέτης η ενσωμάτωση της πρόζας και της στιχομυθίας μέσα στα τραγούδια αυτά φαινόμενο που δεν επαναλαμβάνεται σε άλλο είδος μουσικής.

Η δεκαετία του ‘60 βρίσκει το ρεμπέτικο να επανέρχεται στο προσκήνιο μετά από μια δεκαετή απουσία καθώς κανείς δεν ασχολούνταν μαζί τους, αφότου ο κόσμος μετά τον Β’ παγκόσμιο και τον Εμφύλιο στράφηκε σε πιο ελαφρούς μουσικούς ρυθμούς. Η συγγραφή άρθρων, ο κορεσμός του κόσμου από τις ξενόφερτες μουσικές, η έλευση του Γρηγόρη Μπιθικώτση και η γνωριμία του με τον Μάρκο Βαμβακάρη, θα αποτελέσει εναρκτήριο μήνυμα για την εκ νέου ηχογράφηση ρεμπέτικων τραγουδιών. Σύντομα θα αρχίσει η συγγραφή των βιβλιογραφικών αναφορών για το ρεμπέτικο τραγούδι με πρωτεργάτες τους Ηλία Πετρόπουλο και Ντίνο Χριστιανόπουλο και Τάσο Σχορέλη. Αργότερα θα αρχίσει η συγγραφή βιογραφικών βιβλίων για τις ζωές των ρεμπετών συνθετών (Βαμβακάρης 1973, Ροβερτάκης 1973, Ρούκουνας 1974, Τσιτσάνης 1979, Μουφλουζέλης 1979 κ.λ.π.).

Η δεκαετία του 1970 θα γίνει μάρτυρας της ίδρυσης κέντρων για την μελέτη του ρεμπέτικου και οι πανεπιστημιακοί λαογράφοι θα αρχίσουν να κάνουν τις πρώτες τους παραπομπές στο ρεμπέτικο τραγούδι. Τη δεκαετία του ‘80 θα γυριστούν ταινίες με θέμα το ρεμπέτικο (Ρεμπέτικο του Κώστα Φέρρη με τραγούδια των οποίων η θεματολογία και η μουσική προσομοιάζουν σε αυτά των ρεμπέτικων), τηλεοπτικές σειρές (Μινόρε της Αυγής) και επιθεωρήσεις (Μινόρε της Αλλαγής). Στα μέσα της ίδιας δεκαετίας το ρεμπέτικο καταγράφεται ως έγκυρο μουσικό είδος σε έγκυρα διεθνή εγχειρίδια μουσικολογίας (The New Grove Dictionary of Music and Musicians, The New Oxford Companion to Music). Σήμερα το ρεμπέτικο, μελετάται σε μουσικές σχολές της Ελλάδος και του εξωτερικού, συγγράφονται εργασίες με το ρεμπέτικο ως θεματική σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο.

Τα τραγούδια αυτά είναι μια αναπαράσταση της κοινωνίας του 19ου και αρχών του 20ου αιώνα. Αποτελούν τον καθρέπτη μιας εποχής που συντάραξε την ελληνική κοινωνία και τον ελληνικό πολιτισμό, δημιουργώντας ένα νέο είδος πολιτισμού, αυτού του λαϊκού αστικού τραγουδιού. Το τελείωμα του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου άφησε σχεδόν όλα τα προβλήματα άλυτα και μετέωρα. Αυτά τα προβλήματα πραγματεύεται αυτή η τραχιά και δυσκολοχώνευτη μουσική που δεν υπακούει σε καθωσπρεπισμούς.

“Το μεγάλο σόι το ρεμπέτικο […] είναι η μόνη απόδειξη πως έχουμε πολιτισμό” μας λέει ο Γιάννης Τσαρούχης. “Το ρεμπέτικο κατορθώνει με μια θαυμαστή ενότητα, να συνδυάζει το λόγο, τη μουσική και την κίνηση. Απ΄ τη σύνθεση μέχρι την εκτέλεση, μ’ ένστικτο δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την τριπλή αυτή εκφραστική συνύπαρξη, που ορισμένες φορές σαν φτάνει τα όρια της τελειότητας θυμίζει μορφολογικά την αρχαία τραγωδία. Ο συνθέτης της μουσικής είναι συγχρόνως και ο ποιητής καθώς και ο εκτελεστής” σημειώνει ο Μάνος Χατζηδάκις.

Το ρεμπέτικο τραγούδι βασίστηκε σε δύο νότες (λα και μια διπλή ρε) και δημιούργησε αριστουργηματικά μουσικά έργα απαράμιλλης τεχνικής κατάρτισης και ολοκληρωμένης κατάθεσης ψυχής. Γι’ αυτό το λόγο, το ρεμπέτικο είναι ένα μνημείο πολιτισμού που εγκιβωτίζει μια ολόκληρη γενιά ως προς τον τρόπο του βίου της. Το ρεμπέτικο τραγούδι αποτελεί πρεσβευτή της πολιτιστικής εικόνας της Ελλάδος του 20ου αιώνα. Τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται μουσικοί σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες που τραγουδούν ρεμπέτικα τραγούδια είτε μεταφρασμένα είτε στα ελληνικά. Αυτό είναι πολύ σημαντικό στοιχείο για τον ελληνικό πολιτισμό, καθώς έτσι οικοδομείται μια επικοινωνία και οικοδόμηση εμπιστοσύνης μεταξύ των λαών μέσω της λαϊκής μουσικής. Αποτελεί την βάση, λοιπόν, πάνω στην οποία στηρίζεται η πολιτιστική διπλωματία για να «συνομιλήσουν» οι λαϊκές κουλτούρες, πάθη, έρωτες, άγχη, πολλά ερωτηματικά για την ζωή και τον θάνατο και άλλα πολλά.

Επιπλέον, αποτελεί μέσο εξάλειψης στερεοτύπων και προκαταλήψεων, στοιχείων βασικών και δομικών για την έναρξη ενός έντιμου, ειλικρινούς και αποδοτικού διαλόγου μεταξύ των εθνών. Το ρεμπέτικο τραγούδι μπορεί να επιτελέσει ένα ρόλο εμπιστοσύνης ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν γνωρίζονται καν και απλώς τους ενώνει η δύναμη της μουσικής μελωδίας.

Η μουσική αυτή που διώχτηκε όσο καμία άλλη στην Ελλάδα, μπορεί να αποτελέσει σημαντικό ‘χαρτί’ στην ανάπτυξη και εξάπλωση της νέας μορφής διπλωματίας στην χώρα μας, η οποία αν εκμεταλλευτεί σωστά τον πολιτισμικό αυτό πλούτο της μουσικής, τότε μπορεί να δει παραγωγικά αποτελέσματα για την ίδια, αλλά και τους πολίτες της. Το ρεμπέτικο τραγούδι, ενσαρκώνει το αίτημα του μακραίωνου ελληνικού πολιτισμού να διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στις υποθέσεις της χώρας όντας ένας πρεσβευτής του ελληνικού πολιτισμού που μπορεί να κοινωνήσει τον πολιτισμό αυτό προς την παγκόσμια κοινότητα, μια ανάγκη και μια τάση που οι καιροί ήδη έχουν αναδείξει και οι κοινωνίες ήδη το επιτάσσουν.

Ηλίας Παπαδόπουλος

Επικεφαλής του Ελληνικού Ινστιτούτου Πολιτιστικής Διπλωματίας Κύπρου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Next page