Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

«ΤΑ …ΓΕΜΙΣΤΑ…!». Γράφει ο Μπάμπης Κ.Μώκος

Σχόλη και σε κάθε σχόλη το εργατομάνι αράζει, τεντώνεται, τανίζεται κι’ύστερα τραβάει κατά καφενείο μεριά να δεί κανένα φίλο, να πει τις σαχλαμάρες του, να πιει το κρασάκι, τα τσιπουράκια και τις μπύρες του και να σχολιάσει φίλους, γνωστούς και τα ομορφοκόριτσα που περνάνε.
Έλαχε τώρα κατά τη συνήθεια να βρεθούνε κι’αυτή την Κυριακή στου «Αρτέμη», τα τρία φιλαράκια και παράγγειλαν τα τσίπουρα.
Ο μεζές σουντζούκι Βαινδιρλίδικο Σμυρνέικο να μοσχοβολάει ο τόπος και ο παστουρμάς γνήσιος, από γκαμήλα παρακαλώ! και όχι από κάτι…παλιομούσκαρα! εκ Βουλγαρίας και Σκοπίων, φέτα ψητή «μετά ελαίου και ριγάνεως …θρουμπίσιας!», σαγανάκι αλευρωμένο - ξεροτηγανισμένο, πιπέρια μικρά κατακκόκινα, από ‘κείνα τα καυτερά που ένα να φας, τρέχουνε τα μάτια σου σαν βρύση σαν να …κλαίς όλο σου το σόι το…περασμένο και τζατζίκια καθαρά, γνήσια με κοπανισμένη…σκορδαγκλιά στο φούλ και όχι σαν εκείνη τη διαλυμένη τη νερουλιασμένη, την ..αλαφριά γιαουρτοπιτιά!.
«Αίντε από κάτω από τις ντομάτες.,. 
άιντε φίλησα δυο μαυρομάτες. 
 ♣
Άιντε βάρα με με τι στιλέτο, 
άιντε κι’όσο αίμα βγάλω πιέτο!..».

-Γειά σου κυρ Σπύρο Ασίκη και λεβέντη με την πεννιά σου.
-Μάγκες το ασίκης να παραμείνει, το λεβέντης να…διαγραφεί. Δεν θα γίνω τώρα στα 82 μου νούμερο και ντροπή των σκυλιώνε να παριστάνω τον λεβέντη και να με κογιονάρει ο ντουνιάς. -Καλά, κυρ Σπύρο ό,τι πείς.
-Και ξέρετε, γνωρίζετε ρε αλάνια το νόημα του τραγουδιού που σας έπαιξα;
-Που να το ξέρουμε Κυρ Σπύρο, άντε να μας το πεις να το καταλάβουμε.
-Δώστε ρε προσοχή και ξετυλίγω το κουβάρι: Ητονε ρε εδώ παρακάτω, κοντά Ρέντη μεριά, βαρκά, καλάμια και κήποι, πολλοί κήποι, λαχανόκηποι. Και μαζευόντουσαν τα βλαμάκια της πειραιώτικης πιάτσας, τρύπωναν κάτω ρε από κάτι ντοματιές θεόρατες και ξηγιόντουσαν…φούμες, μακριά κι’αλάργα από τους χωροφυλάκους και τους ρουφιάνους.

Γούβα του Βάβουλα το λέγανε το μέρος, από κάποιον Βάβουλα μεγαλοκτηματία. Από ‘κεί ρε έβγαλε κι’ο Στέλιος ο Κερομύτης το τραγούδι «Μεσ’του Βάβουλα τη γούβα.
- Εκεί αράζαμε κι’εμείς στα..δύσκολα και στα πονηρά…στριμώγματα και…ξηγιόμαστε ανάλογα. Οπου ήμαστε τότε μια παρέα από τέσσερις.
Εγώ, ο Νικόλας από την Αγιά Σοφιά, ο Θανάσης από την Πειραική και ο Νικήτας που πότε-πότε δούλευε μάγειρας στου Δηλαβέρη.
Όλοι μας γύρω στα 35-40, κάτι δουλειές μαστορικές ματσακονίστικες στα ναυπηγεία Περάματος, κάτι φορτώματα-ξεφορτώματα κοντά ξημέρωμα στην κεντρική αγορά, κάτι μεταφορές στο… ψαρικό πού έρχονταν από τα νησιά στους μεγαλοψαρομανάβηδες, μικρό το μεροκάματο, κούραση, πολλή κούραση, αλλά όταν είσαι 35 και 40 δεν την καταλαβαίνεις και πας για..άλλα. Και είχαμε και τις περαντζάδες μας κατά «Ερμή» και Τρούμπα μεριά, κατά Γιαχνί Σοκάκι, κατά Ξαβέρι, κανένα γκομενάκι, σουλάτσο με κατάληξη στου Τσαγγουρή για κανα πιόμα, κανένα…σπίρτο να πάνε κάτω τα φαρμάκια.
Και πάνω στ’άλλα, που και που, άμα ..βγαίναμε στα φράγκα, την…ψιλοφουμάραμε. Άμα όμως δεν βγαίναμε, είχαμε βρει τη πατέντα: Και παίρναμε όχι το…πρώτο μα το…δεύτερο, τα…τρίμματα, το φτηνό, το…τουμπεκί, το βράζαμε, βράζαμε και ρύζι και φτιάχναμε ντομάτες «γεμιστές!».
Στην ανοικονομησιά, μ’ένα σμπάρο, δυο τρυγόνια: Και…μάσες και…φούμες πακέτο!.
Μέχρι που είχαμε αποκτήσει και ένα χωροφύλακα…κολαούζο, να μας έχει από κοντά, να μας…μαρκάρει!..
-Κι τι πάτι κι κάνιτι ικί σακάτ’ στα λάχανα ρε ριμάλια; Μακριά –κοντά θα του βρεί η υπηρισία τι κάνιτι κι θα σας πάρ’ου διάουλους!.
Ετσι περνάγαμε ρε μάγκες τη ζήση μας μεροδούλι-μεροφάι, πότε με τις…αψιλίες μας, πότε στα…γεμάτα και πότε με τις ιστορίες μας.
Να σας πώ ρε ρε μια ωραία και αληθινή;
-Άντε να μας την πεις κυρ Σπύρο, να μαθαίνουμε.

-Οκτώ μέρες ρε μάγκες είχαμε να πάμε στη δουλειά και η κοιλιά έπαιζε…ταμπούρλο. Και μαζευτήκαμε με τα φιλαράκια σε…συνέλευση να βρούμε άκρη. Από μάσες τίποτα και από το…άλλο μηδέν. Που να βρεθούν τα τάλληρα; Και πήρε ο Νικήτας 5-6 ντομάτες ξηγήθηκε τη…συνταγή, τις φούρνισε και ‘βγήκε εκειδά Πλατεία Καραισκάκη με το ταψί στα χέρια να το φέρει στο ουζερί να γιορτάσει ο καταπιόνας μας. Πάνω που έστριψε, νά’σου μπάστακας κι’ο χωροφύλακας.
-Κι τι ειν’τούτου π’κρατάς ρε ζουντόβουλου;
-Φαγητό, καπετάνιε, φαγητό να φάμε με τα παιδιά, εδώ στο ουζερί.Φτάνει για όλους, δεν έρχεσαι και συ να τσιμπήσεις;
-Να ‘ρθού ρε, γιατί να μη ‘ρθού; Μάνα δεν μ’έκανι κι’ιμένα;
Και στρωθήκαμε μάγκες στη μάσα, έχει που λέτε φάει ο χωροφύλακας μια ντομάτα, ίσα που να τσιμπήσει και τη δεύτερη και ξαφνικά κοκκινίζουν μάτια και μάγουλα σαν πιπεριά φλωρίνης, σαν λυσσάρικο σκυλι!. Και πετάγεται απάνω, παίρνει σβάρνα πιάτα και πηρούνια, πετά το μπουφάν, πετάει στον αέρα πηλίκια και σπαθόλουρα και φωνάζει:
-Ρε μαγαζί, άνοιξ’του ρέ, άνοιξ’του ν’ακούμι, βάλι μ’ρε εικίνου του «Γρίβα μ’σι θέλει ου Βασιλιάς!» να τ’ακούσου ρε κι να…ευρανθού!
Ψιλοκοιταζόμαστε μεταξύ μας και λεει ο Νικήτας:
-Πω, πώ ρε μάγκες, τον…έπιασε τονε…καργάρισε η…μαύρη. Τί κάνουμε τώρα; Τίποτα δεν κάναμε.
Πιάσαμε τον χωροφύλακα του βάλαμε πάγο στον σβέρκο του στίψαμε και δυό λεμόνια αλλά αυτός εκεί στις φωνές. Τρείς ώρες κάναμε ρε να το συνεφέρουμε, τον μαζέψαμε μαζί με τα…σπαθόλουρα και τον πήγαμε σπίτι του.
Και πέρασαν τρείς ημερες, και πάνω στη βόλτα, πάρτον απέναντί μας, φάτσα με φάτσα.
-Καλώς τα πιδιά. Τι φαί, τι νόστ’μου κι΄υπέρουχου ήταν ‘κείνου πό’φαγαμι προυχτές ρε πιδιά; Πότι θα ξαναφάμι τέτιου;
-Οποτε θές, όποτε γουστάρεις Καπετάνιε, αλλά πίνεις, πίνεις πολύ μωρ’αδερφάκι μου και σε χαλάει!. -Γι’αυτό λές; Γι’αυτό τρείς μέρες μι πόναγι του κεφάλι μ’και δεν του…όριζα;
-Γειά σου ρε κυρ Σπύρο Σεβνταλή.
- Ετσι ρε παιδιά, έτσι ηταν τότε όπως σας τα λέω και μπορεί λεφτά να μην είχαμε πολλά, αλλά είχαμε μεράκι κι’αμα τα…πιάναμε, τα χαλάγαμε. Εκεί να δείς μπερεκέτια. Ασε που γνωρίσαμε ρε μάγκες κι’εκείνους τους ωραίους τους…τσίλικους. Και το Μάρκο και τον βαρκάρη τον Στράτο και εκείνο το…λιανοπαίδι τον Δελιά. Ακόμα κι’εκείνον τον μυστήριο χωραταντζή, ψευτογιατρό, τον Μπάτη που ρε έκανε και τον σαράφη και έφτασε ρε ο αθεόφοβος να πουλήσει σε ένα βλάχο από την Λιβαδειά ένα μουλάρι για φοράδα!. Γεννάει ρε μάγκες το μουλάρι; Δεν γεννάει ποτές. Έτσι είμασταν τότε παιδιά, αλλά πολλα είπα, σας κούρασα και να με συμπαθάτε.
Τώρα κουράστηκα και εγώ και πάω στο τσαρδί μου για άραγμα. Πολύ σας ευχαριστώ για τα φραγκάκια που με φιλέψατε. Εγώ αύριο παλι εδώ, πάντα εδώ, εγώ με το μπουζουκάκι μου κι’εσείς με τη λεβεντιά της νιότης σας. Και δόξα νά’χει ο Γιαραμπής. Βάδιζε κι’όλο βάδιζε ξεμακραίνοντας κατά του Τσελέπη ο κυρ Σπύρος ψιλοτραγουδώντας:
«Ο Περαίας εχει μάγκες 
η Αθήνα ομορφιές 
η θεσσαλονίκη μπέσσα 
και η Κρήτη λεβεντιές.
Βγάζει η Ζάκυνθος κιθάρες 
Αγιους η Χαλκιδική 
και τα Φάρσαλα χαλβάδες 
κι’οι Μυτιληνιοί ρακί…!».
- Ένα ζευγάρι τον είδε, σταμάτησε, τον άκουγε και ύστερα είπε:
-Ωραίος ο παππούς!...

Του Μπάμπη Κ. Μώκου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Next page