Σάββατο 16 Αυγούστου 2014

Βίκυ Μοσχολιού – Η μοναδική φωνή της «έσβησε» πριν από εννέα χρόνια

Η Βίκυ Μοσχολιού ήταν ένας μύθος της ελληνικής μουσικής σκηνής. Ήταν ένας χαρισματικός άνθρωπος, με μια ανεπανάληπτη φωνή – διαμάντι, από εκείνες που δύσκολα μπορούν να αντικατασταθούν. 

Και τη Βίκυ δεν μπόρεσε να την αντικαταστήσει καμία. Τη βραχνάδα της φωνή της, δεν την συναντήσαμε σε καμία. Επίσης, δεν συναντήσαμε πουθενά την αυθεντική μαγκιά της! Είχε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που την έκαναν star.
Το διαπίστωσα, όταν τη συνάντησα στο εστιατόριο «Διόνυσος» εκείνη την ζεστή ημέρα της 15ης Ιουνίου του 2004, υπό το άγρυπνο βλέμμα της Ακρόπολης. Τη συνάντησα 14 μήνες πριν δραπετεύσει για την γειτονιά των Αγγέλων. Ήταν μια σπάνια εμφάνιση πριν από το πρόωρο τέλος της.
Παρουσίαζε το cd της, το «Βραδινό σινιάλο», που έμελλε να είναι και το τελευταίο της. Αν και ταλαιπωρημένη από την περιπέτεια της υγείας της, με καθήλωσε με την ομορφιά της, μια ομορφιά σπάνια που συνδύαζε εικόνα και ψυχή.

Ιδιαίτερα λεπτοκαμωμένη και χαμογελαστή, με αυτή τη δύναμη της ζωής ζωγραφισμένη στα μάτια της, μου είπε: «Δεν θέλω να πεθάνω! Θέλω να ζήσω! Θέλω να βλέπω τον ήλιο, τον ουρανό, την θάλασσα και τα δέντρα κάθε μέρα».
 
 

Το χαμόγελό της έκρυβε μέσα του όλη την γλύκα του κόσμου. Και την ώρα που μου αποκάλυπτε την μεγαλύτερή της επιθυμία, να ζήσει, το έκανε με τόση δύναμη που σχεδόν με έπεισε.
Έχω να θυμάμαι πολλά από εκείνη την συνάντηση και με θεώρησα ευλογημένη, που μέσα από αυτή τη δουλειά, που έχει τα χίλια μύρια ανάποδα, μπόρεσα να συναντήσω μερικά από τα μεγαλύτερα ταλέντα που γνώρισε ποτέ αυτή η χώρα. Και η Βίκυ Μοσχολιού, χωρίς καμία αμφιβολία ήταν ένα από αυτά.
Μπορεί να την γνώρισα στη δύση της ζωής της, αλλά η Βίκυ «έφυγε» έχοντας στις πλάτες της 43 χρόνια γεμάτα επιτυχίες και μοναδικά κομμάτια, κομμάτια που πέρασαν στην ιστορία της μουσικής.

Από τότε που ήταν κοριτσάκι και έτρεχε στις αλάνες του Αιγάλεω μέχρι τότε, που στα 13 της βγήκε στο μεροκάματο ως κορδελιάστρα για να βοηθήσει την οικογένειά της, η Βίκυ Μοσχολιού τραγουδούσε.
Η ξαδέρφη της κατάφερε να κάμψει τις αντιστάσεις του πατέρα της και η Βίκυ βρέθηκε να τραγουδάει στο κέντρο «Τριάνα» του Χειλά ανήμερα το Πάσχα του 1962, δίπλα στον Γρηγόρη Μπιθικώτση και την Δούκισσα.
Ήταν μόλις 19 ετών και όλος ο δρόμος ανοιχτός. Το 1964, ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης Σταύρος Ξαρχάκος, αναζητούσε μια νέα φωνή για να τραγουδήσει το «Χάθηκε το φεγγάρι» στην θρυλική ταινία «Λόλα» με πρωταγωνιστές τους Νίκο Κούρκουλο και Τζένη Καρέζη.

Όταν την άκουσε να τραγουδά, του θύμισε την Πόλυ Πάνου και ο Ξαρχάκος φέρεται να είπε: «Τι να ακούω την Πόλυ Πάνου, τι την Βίκυ». Η Βίκυ, όμως, τη συγκεκριμένη στιγμή είχε μιμηθεί την φωνή της Πάνου. Όταν χρησιμοποίησε την δική της φωνή, ο Σταύρος Ξαρχάκος εντυπωσιάστηκε και της έδωσε το τραγούδι. Ακόμα και πολλά χρόνια αργότερα, η Βίκυ είχε την ικανότητα να το τραγουδάει όπως τότε.

Πηγή ανάρτησης govastileto.gr
 

Με το τραγούδι αυτό, καθιερώθηκε και άρχισε να συνεργάζεται με τεράστια ονόματα του χώρου. Έκανε μεγάλες επιτυχίες συνεργαζόμενη με τον Γιώργο Ζαμπέτα, τον Μάνο Ελευθερίου, τον Γιώργο Κατσαρό, τον Άκη Πάνου, τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Δήμο Μούτση, τον Μίμη Πλέσσα, τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, τον Σταμάτη Κραουνάκη και πολλούς ακόμα.

Με την ιδιαίτερη φωνή της, «έντυσε» πολλές ταινίες της χρυσής εποχής του κινηματογράφου και γέμιζε τις μπουάτ της Πλάκας.





Ήταν από τις πρώτες γυναίκες τραγουδίστριες, που γύρισαν την πλάτη στις πίστες και στα γερά νυχτοκάματα και αναζήτησαν έναν εναλλακτικό τρόπο διασκέδασης και η Πλάκα ήταν ο ναός αυτής της διασκέδασης, όπως άλλωστε είναι και σήμερα.

Μια μεγάλη κυρία
Η Βίκυ Μοσχολιού ήταν άνθρωπος χαμηλών τόνων. Την ενδιέφερε το καλό τραγούδι και οι καλές συνεργασίες. Αγαπούσε και εκτιμούσε τους συναδέλφους της, ενώ ποτέ δεν προκάλεσε τον Τύπο με ίντριγκες και σκάνδαλα.

Δεν απαίτησε ποτέ να χαμηλώσουν τα μικρόφωνα των πιο νέων τραγουδιστών. Η Βίκυ Μοσχολιού ήξερε ποια ήταν και τι μπορούσε να προσφέρει.

Δούλευε πολύ, δεν έπινε, δεν πήγαινε σε μπαράκια, δεν πήγαινε στο καζίνο, όπως ήταν η μόδα της εποχής. Της άρεσε να κάθεται στο σπίτι της και να κοιμάται ή να πηγαίνει σε δείπνα φίλων της και να κάθεται στα δεξιά του Κωνσταντίνου Καραμανλή και να του ψιθυρίζει το τραγούδι « Νύχτα».
Όταν δούλευε, ετοιμαζόταν με την ώρα της, έκανε το μακιγιάζ και τα μαλλιά της και πήγαινε στο μαγαζί πρώτη απ’ όλους. Της άρεσε να πηγαίνει νωρίτερα και να μιλάει με το προσωπικό, να εγκλιματίζεται, να έχει μια πιο στενή σχέση με τους συνεργάτες της.
Βέβαια, η Βίκυ Μοσχολιού ήταν μιας άλλης σχολής, εκείνης της παλιάς καλής σχολής, που οι νέοι ήξεραν να παίρνουν μαθήματα από τους μεγαλύτερους. Στην πορεία του χρόνου αυτό χάθηκε και μάλιστα ήταν κάτι που την ενοχλούσε.
Η φωνή της ήταν μοναδική! Μια υπέροχη μάγκικη και βραχνή φωνή, που έδινε τόση αλήθεια στα τραγούδια που ερμήνευε. Πόσοι και πόσοι δεν έχουν κλάψει με τα τραγούδια της;

Η Μαρινέλλα, με την οποία μοιράστηκαν την ίδια σκηνή αλλά και μια μεγάλη φιλία, συνήθιζε να λέει: «Αν η Βίκυ τραγουδήσει τον τηλεφωνικό κατάλογο θα σε κάνει να κλαις».
Η Βίκυ Μοσχολιού γνώρισε μεγάλες επιτυχίες, αλλά ποτέ δεν έγινε απρόσιτη. Έγινε η «Βικάρα» για το κοινό της, εκείνη που σε ταξίδευε, σε μεράκλωνε, σε πλήγωνε και σου θύμιζε! Πόσες το κατάφεραν;

Ο «κρυφός έρωτας» με τον Στέλιο και ο γάμος με τον Μίμη Δομάζο
Η Βίκυ Μοσχολιού προσπάθησε να μην απασχολεί με την προσωπική της ζωή, αλλά αυτό δεν ήταν πάντα εφικτό. Η Βίκυ παντρεύτηκε μια φορά, την Πρωτομαγιά του 1976, με τον ποδοσφαιριστή του Παναθηναϊκού, Μίμη Δομάζο.

Η Βίκυ και ο Μίμης γνωρίστηκαν στο κέντρο «Τριάνα» του Χειλά. Εκεί σύχναζε ο Μίμης με τους συμπαίκτες τους και σταδιακά, γιατί η Βίκυ ήταν ντροπαλή, γνωρίστηκαν και ερωτεύτηκαν.
Εκείνη ίνδαλμα της μουσικής σκηνής και εκείνος του ποδοσφαίρου. Ο γάμος τους έγινε στην Μητρόπολη Αθηνών, παρουσία 30.000 κόσμου, που ήθελε να δει από κοντά τον γάμο των δύο αυτών αγαπημένων προσώπων. Για να μπει το ζευγάρι στην εκκλησία, χρειάστηκε να ανοίξουν δρόμο, ενώ την επόμενη ημέρα αναγκάστηκαν να καταβάλουν το ποσό των 15.000 δραχμών για να αποκατασταθούν οι ζημιές που προκάλεσαν οι θαυμαστές τους.

Λέγεται ότι κατά την διάρκεια του μυστηρίου, γλίστρησε η βέρα από το χέρι της νύφης και όσοι ήταν παρόντες το θεώρησαν κακό σημάδι.
Επιβεβαιώθηκαν 12 χρόνια αργότερα, όταν το ζευγάρι χώρισε οριστικά, αφού πρώτα απέκτησε δύο κόρες, την Βαγγελίτσα και την Ράνια.

Η Βίκυ Μοσχολιού μετά το διαζύγιό της, δεν παντρεύτηκε. Είχε σχέσεις, αλλά θεωρούσε τον εαυτό της άτυχο στον αισθηματικό τομέα. Όταν δούλευε με την Μαρινέλλα, εκείνη της σύστησε τον πρώην μπασκετμπολίστα Παύλο Σταμέλο, με τον οποίο έμειναν 10 χρόνια μαζί. Πέρασαν όμορφες στιγμές, αλλά τίποτα δεν κρατά για πάντα. Το 1995 χώρισαν οι δρόμοι τους.

Αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο της, η νονά του Στέλιου Καζαντζίδη, που τον έζησε κοντά και ισχυρίζεται ότι της εκμυστηρευόταν τα πάντα –ήταν κοριτσάκι όταν του έριξε λάδι, οπότε είχαν ελάχιστη διαφορά ηλικίας – σε συνέντευξη που παραχώρησε, αποκάλυψε ότι η Βίκυ και ο Στέλιος είχαν υπάρξει ζευγάρι για λίγους μήνες. Εκείνη, όμως, ήταν ανήλικη, γι΄ αυτό και αναγκάστηκαν να χωρίσουν.

Αλήθεια ή ψέματα; Αυτό δεν μπορεί να το ξέρει κανένας…

Το τέλος ήρθε νωρίς
Το 1977 παραχωρεί συνέντευξη για το αγγλόφωνο περιοδικό «Atheniam» στην Ελληνοαμερικανίδα δημοσιογράφο Αρετή Γκόρντον. Η συνάντησή τους ήταν καρμική. Η Αρετή γίνεται το δεξί χέρι της Βίκυς, μοιράζεται μαζί της μυστικά και σκέψεις…

Κάποτε η Βίκυ της είχε πει «Εσύ θα γράψεις το βιβλίο μου» και επαληθεύτηκε. Η Αρετή, έχοντας ζήσει στο πλάι της 28 χρόνια, έγραψε το βιβλίο «Θυμάμαι την Βικυ Μοσχολιού» που κυκλοφόρησε το 2010.
Το βιβλίο σήκωσε θύελλα αντιδράσεων από τις δύο κόρες της Βίκυς, γιατί δεν είχαν ενημερωθεί για την κυκλοφορία του. Στο βιβλίο αυτό, η Αρετή αναφέρει, ότι όταν βρίσκονταν και οι δύο στο Τουρκολίμανο, μια τσιγγάνα διάβασε το χέρι της Βίκυς, αλλά δεν της είπε τίποτα. Ψιθύρισε, όμως, στο αυτί της Αρετής ότι «η φίλη σου έχει μικρή γραμμή ζωής». Η Αρετή δεν της το είπε ποτέ, αλλά η τσιγγάνα επιβεβαιώθηκε…

Η περιπέτεια της υγείας της άρχισε το καλοκαίρι του 2003. Η Αρετή Γκόρντον περιγράφει την ημέρα, που οι γιατροί της ανακοίνωσαν ότι έχει καρκίνο: «Η εξέταση στο πάγκρεας έγινε την επομένη, ανήμερα της Αγίας Μαρίνας, στις 17 Ιουλίου του 2003. Ήταν 6.00 το απόγευμα. Θυμάμαι τον άδειο διάδρομο στον 4ο όροφο όπου περίμενα τη Βίκυ να τελειώσει την εξέταση. Ήταν άδειο λόγω διακοπών. Ξαφνικά βγαίνει από το δωμάτιο των εξετάσεων ο γιατρός κι έρχεται προς το μέρος μου λέγοντας: “Είναι γεμάτη καρκίνο”. “Θεέ μου, όχι!” φώναξα και κατέρρευσα.Ευτυχώς όμως, όπως φάνηκε στη συνέχεια, η πρώτη εκτίμηση δεν ήταν ακριβής. Δεν ήταν γεμάτη καρκίνο. Είχε μία μικρή κύστη στο πάγκρεας. Η νόσος βρισκόταν στην αρχή. Το άλλο πρωί ήρθε ο γιατρός στο δωμάτιο, την κοίταξε στα μάτια και της είπε: “Βίκυ μου είναι καρκίνος στο πάγκρεας”».
Πώς αντέδρασε; Τον κοίταξε και είπε: “Εφυγε η γης κάτω από τα πόδια μου, άδειασα. Μέχρι εδώ ήμουνα; Δηλαδή δεν θα ξαναδώ τα παιδιά μου, τα εγγόνια μου, τον ήλιο, τη μητέρα μου,
τα αδέρφια μου; Θέλω έναν ιερέα να εξομολογηθώ”».

Έζησε δύο ακόμα χρόνια. Πρόλαβε να δει τα αγαπημένα της πρόσωπα, αλλά όχι όσο θα ήθελε. «Έσβησε» στις 11:00 το πρωί, σε ιδιωτικό θεραπευτήριο, στις 16 Αυγούστου του 2005, μια ημέρα μετά την γιορτή της Παναγίας, στην οποία πίστευε πολύ.
Δεν πρόλαβε να επισκεφθεί τον πνευματικό της, τον πατέρα Νικόδημο αλλά ούτε και να πάει στην Disneyland για να ξαναγίνει παιδί… Η Βίκυ Μοσχολιού «πέταξε» για την γειτονιά των Αγγέλων στα 62 της χρόνια!
 
Μας έμαθε, όμως, τι σημαίνει μαγκιά ψυχής!



Next page