Χαράλαμπος Βασιλειάδης, ο θρυλικός… Τσάντας. Στο ρεμπέτικο και το λαϊκό μας τραγούδι λίγοι είναι οι δημιουργοί που άφησαν τόσο βαθύ αποτύπωμα.
Ο «Τσάντας», ένα παρατσούκλι που κέρδισε λόγω της τσάντας με στίχους που είχε πάντα μαζί του, υπήρξε μια από τις πιο εμβληματικές μορφές του λαϊκού τραγουδιού. Κι όμως, όπως αποκαλύπτει ο δημοσιογράφος Γιώργος Ξεπαπαδάκος στο βιβλίο «Τσάντας – Ο πρώτος επαγγελματίας στιχουργός», ο άνθρωπος που έγραψε πάνω από 2.000 τραγούδια βρέθηκε για δεκαετίες στο περιθώριο.
Στο ρεμπέτικο και το λαϊκό μας τραγούδι λίγοι είναι οι δημιουργοί που άφησαν τόσο βαθύ αποτύπωμα, όπως ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης, ο θρυλικός… Τσάντας, ένα παρατσούκλι που κέρδισε επάξια λόγω της τσάντας με στίχους που είχε πάντοτε μαζί του. Κι όμως, όπως αποκαλύπτει ο δημοσιογράφος Γιώργος Ξεπαπαδάκος στο βιβλίο «Τσάντας – Χαράλαμπος Βασιλειάδης – Ο πρώτος επαγγελματίας στιχουργός» (εκδόσεις Μετρονόμος), αυτός που έγραψε στίχους σε περισσότερα από 2000 τραγούδια – ανάμεσά τους τα «Πριν το χάραμα», «Τρελέ τσιγγάνε», «Απόψε μ’ εγκατέλειψες» και εκατοντάδες σουξέ – και συνεργάστηκε με τους σημαντικότερους μουσικούς δημιουργούς, βρίσκεται τις τελευταίες δεκαετίες στο περιθώριο.
Αιτία; Το γεγονός ότι η αδελφή του, το 1942, είχε παντρευτεί τον μετέπειτα δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο. Απέκτησαν δύο παιδιά, αλλά αργότερα χώρισαν. Μιλώντας στη Voria.gr, ο Γ. Ξεπαπαδάκος αναφέρεται σε αυτήν και πολλές ακόμη ιστορίες και κρίσεις, που τον οδήγησαν να γράψει την ιστορία του Τσάντα — μια ιστορία που σε μεγάλο βαθμό είναι και η ιστορία του λαϊκού μας τραγουδιού και των ανθρώπων του.
Ο Βασιλειάδης υπήρξε κάτι σαν τον Σίσυφο για το λαϊκό τραγούδι. Όπως ο μυθικός πετροκουβαλητής, έτσι κι εκείνος έπαιρνε τον ανήφορο φορτωμένος την τσάντα με τους στίχους του. Έφτανε συχνά στην κορυφή (βλ. σουξέ), αλλά τελικά σκόρπιζε αδόκιμα το περιεχόμενό της.
Μυήθηκε στο σεσημασμένο επί Μεταξικής λογοκρισίας ρεπερτόριο του ρεμπέτικου για έναν και μόνο λόγο: να συμβάλλει, με μολύβι και γομολάστιχα, στην «αποποινικοποίησή» του. Από διορθωτής, προήχθη στον πρώτο επαγγελματία στιχουργό. Ανήκει στους ελάχιστους δημιουργούς που οδήγησαν τη ρεμπέτικη δισκογραφία από την περιθωριακή της κρύπτη στο απολλώνιο βάθρο της.
Από το 1938 μέχρι τα μέσα του ’50, πριν καθιερωθούν η Παπαγιαννοπούλου, ο Βίρβος και ο Κολοκοτρώνης, ο «Τσάντας» ήταν μακράν ο νούμερο ένα στιχουργός — ιστορικά και ποιοτικά. Ύστερα άρχισε να υποχωρεί, να παραγκωνίζεται, να σηκώνεται και να ξαναπέφτει. Μέχρι που, στη δικτατορία των Συνταγματαρχών, τον εγκατέλειψαν και οι φυσικές του δυνάμεις.
Μελετώντας τη διαδρομή του από την απόσταση του χρόνου, ο Ξεπαπαδάκος εντόπισε το σισύφειο δράμα της ζωής του. Αυτό έγινε και το κίνητρο για τη βιογραφία: η αναγνώριση της προσφοράς ενός λησμονημένου στιχουργού και η άρση της αδικίας απέναντι σε έναν άνθρωπο που συνεχίζει — έστω και ασυνείδητα — να μας συντροφεύει στα γλέντια και στους νταλκάδες μας.
Η συνέχεια της συνέντευξης στο link στο τέλος…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου