Από τη μεταπολεμική Νέα Φιλαδέλφεια μέχρι τις πολύτιμες παρέες των ρεμπετών, η διαδρομή του είναι ταυτισμένη με την ιστορία του λαϊκού τραγουδιού. Δημιούργησε ένα μοναδικό αρχείο 10.000 δίσκων, διασώζοντας έναν ολόκληρο κόσμο που χανόταν. Ο ερευνητής και μελετητής της ελληνικής μουσικής, Παναγιώτης Κουνάδης, αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
Γεννήθηκα τον Γενάρη του 1943 στα Διλινάτα της Κεφαλονιάς, ένα χωριό που, όπως λένε οι παλιοί περιηγητές, δεν υποτάχθηκε ποτέ στους Άγγλους. Ήταν μεγάλο, με 4.000 κατοίκους τότε. Αυτά ξέρω για το χωριό μου, αλλά δυστυχώς εγώ και όλη η οικογένεια, που ήταν μια οικογένεια καλών ανθρώπων, φύγαμε από εκεί για να έρθουμε στην Αθήνα και να σπουδάσουν τα αδέλφια μου, όταν ήμουν δύο χρονών.
• Όταν ήρθαμε στην Αθήνα το 1945, εγκατασταθήκαμε στη Νέα Φιλαδέλφεια σε δυο σπίτια που ήταν απέναντι, μιας θείας, ετεροθαλούς αδελφής της γιαγιάς μου από τη Ρωσία, και μιας μακρινής θείας που ήταν στη Νότιο Αφρική. Στην Κεφαλονιά πήγα ξανά για διακοπές το 1952 – το 1953 έγινε ο σεισμός και τέρμα. Πήγα ξανά το 1985 για διακοπές. Κάτσαμε σε μια ταβέρνα και την ώρα που θα πληρώναμε τον λογαριασμό, μας λένε «πληρωμένα»· οι ιδιοκτήτες ήταν συμμαθητές των αδελφών μου. «Άκουσε, Παναγή», μου είπαν, «ο πατέρας σου δεν μας άφησε να πεθάνουμε από την πείνα στην Κατοχή». Ο πατέρας μου είχε επτά παιδιά στην Κατοχή, είχε και το πρώτο σούπερ μάρκετ στο Αργοστόλι, κάνανε εισαγωγές από διάφορες χώρες. Βέβαια, δεν ήταν άνθρωπος του εμπορίου. Το κατάλαβα αργότερα, όταν στο Βαρβάκειο ο σπουδαίος φιλόλογος, ο Τζουγανάτος, μου είπε «Παναγή, ο παππούς σου έκανε το μεγαλύτερο έγκλημα, πήρε τον Λεονάρδο –έτσι έλεγαν τον πατέρα μου– από το σχολείο, τον καλύτερο μαθητή, να τον κάνει έμπορο».
• Ο πατέρας μου είχε το πάθος της μεγάλης οικογένειας. Ο πρώτος αδελφός μου γεννήθηκε το 1925 και εγώ το 1943, είμαι ο τελευταίος. Έγινε συμβούλιο όταν έμεινε έγκυος η μάνα μου σε μένα, πήρε την έγκριση των μεγάλων παιδιών του. Έξι αγόρια και ένα κορίτσι-έργο τέχνης, πρώτη στο σχολείο, πρώτη στο πανεπιστήμιο, καταπληκτική φαρμακοποιός, με μεγάλωσε σαν μάνα. Όλη η οικογένειά μας ήταν στα γράμματα.
«Οι ρεμπέτες συνθέτες γράψανε για τις γυναίκες τραγούδια που δείχνουν ότι ήθελαν την ανεξαρτησία τους, να μη τις δυσκολεύουν οι άντρες. Η Μπέλλου ήταν μάγκας, από τις παλιές που γνώρισα, η Ρόζα ήταν ένα αγαθό πλάσμα».
• Όταν ήρθαμε εδώ, στην Αθήνα, ο πατέρας μου άνοιξε μια αποθήκη ψιλικών, έγινε χονδρέμπορος. Βγαίνανε κάποια λεφτά, δεν θέλαμε και πολλά πράγματα, ζούσαμε πολύ μετρημένα. Η μάνα μου, που ήταν για μένα ένα πρόσωπο ιερό, δεν μπορώ ακόμα να καταλάβω πώς έβγαζε τριάντα μερίδες φαγητό την ημέρα, γιατί ήμασταν πολλές ψυχές – αυτό είναι ένα μυστήριο της ελληνικής οικογένειας. Η δική μου οικογένεια τάιζε όλη τη γειτονιά, καμιά φορά αργότερα κοίταζα τις κατσαρόλες τις αλουμινένιες και έλεγα «ρε φίλε, πώς ταΐζουν με αυτή την κατσαρόλα».
• Η Φιλαδέλφεια τότε ήταν πολύ ωραία, την κατοικούσαν πρόσφυγες της μεσαίας τάξης. Ακόμα βλέπω τους συμμαθητές μου, όλοι παιδιά προσφύγων. Από το 2012 βρισκόμαστε οι συμμαθητές του δημοτικού μία φορά τον μήνα, όλοι περιμένουμε με λαχτάρα τη μέρα που θα συναντηθούμε.
• Στο σχολείο ήμασταν πέντε οι καλύτεροι μαθητές, οι τρεις περάσαμε στο Πολυτεχνείο. Πήγα στο Βαρβάκειο, που μου άνοιξε πολλούς δρόμους. Ήταν ένα σχολείο σοβαρό με πολύ καλούς καθηγητές, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Δεν μπορούσες να αντιπαρατεθείς με τους καθηγητές, ήταν ο αφρός της εποχής. Κρίνοντας εκ των υστέρων, θα έλεγα ότι καλός μαθητής έγινα στο φροντιστήριο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου