Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2017

Μια γνωριμία με τον Σταύρο Τζουανάκο.

stauros-tzouanakos.jpg
Αγαπημένος ερμηνευτής του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού και μαζί σημαντικός συνθέτης. Μια φωνή εκφραστική, γνήσια ρεμπέτικη, νταλγκαδιάρικη που αγγίζει την καρδιά και γεννά πολλά συναισθήματα στον ακροατή.

Ένας αγαπημένος ερμηνευτής του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού και μαζί σημαντικός συνθέτης. Μια φωνή εκφραστική, γνήσια ρεμπέτικη, νταλγκαδιάρικη που αγγίζει την καρδιά και γεννά πολλά συναισθήματα στον ακροατή.
Ο Σταύρος Τζουανάκος, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ολοκληρωμένου δημιουργού. Τη χρονική περίοδο από το 1948 έως και το 1964 πρόσφερε στο ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι περίπου 140 όμορφα τραγούδια (δικά του και άλλων δημιουργών) που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Ανήκει στην τελευταία «φουρνιά» των δημιουργών του νεώτερου ρεμπέτικου τραγουδιού (1940 - 1955).

Επηρεασμένος έντονα από τα σκληρά και απάνθρωπα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου, ο Σταύρος Τζουανάκος μεταφέρει στα τραγούδια του -ίσως καλύτερα και εντονότερα από άλλους λαϊκούς συνθέτες της εποχής του- το κλίμα της μελαγχολίας, της κοινωνικής αδικίας, της στέρησης, της απόγνωσης και αποσύνθεσης της ελληνικής κοινωνίας, της ερωτικής απόγνωσης και της απιστίας, του χωρισμού, του θανάτου κλπ. Συχνά όμως στα τραγούδια του κινείται και σε κλίμακες αισιοδοξίας.


Στη δεκαετία του ’50 μεταναστεύει στις ΗΠΑ όπου εργάζεται σαν τραγουδιστής και μουσικός και παράλληλα ηχογραφεί πολλά από τα τραγούδια του. Εκεί θα φύγει ξαφνικά από τη ζωή σε ηλικία μόλις 49 ετών.

Με δυσκολία ξεχωρίζω μερικά από τα τραγούδια που ερμήνευσε μοναδικά:

«Η μαύρη φτώχεια κι η ανεργία/έχει θερίσει την κοινωνία»... Ακούγοντας το τραγούδι έρχονται στα μάτια μας εικόνες «ρεαλιστικές», σημερινές, μιας κοινωνίας που κάνει βήματα όπισθεν ολοταχώς προς το παρελθόν. «Η μαύρη φτώχεια», ένα τραγούδι από τα πολλά με κοινωνικό 

Στη δεκαετία του ’50 μεταναστεύει στις ΗΠΑ όπου εργάζεται σαν τραγουδιστής και μουσικός και παράλληλα ηχογραφεί πολλά από τα τραγούδια του. Εκεί θα φύγει ξαφνικά από τη ζωή σε ηλικία μόλις 49 ετών.
Με δυσκολία ξεχωρίζω μερικά από τα τραγούδια που ερμήνευσε μοναδικά:

«Η μαύρη φτώχεια κι η ανεργία / έχει θερίσει την κοινωνία»... Ακούγοντας το τραγούδι έρχονται στα μάτια μας εικόνες «ρεαλιστικές», σημερινές, μιας κοινωνίας που κάνει βήματα όπισθεν ολοταχώς προς το παρελθόν. «Η μαύρη φτώχεια», ένα τραγούδι από τα πολλά με κοινωνικό περιεχόμενο, που έγραψε ο μεγάλος δημιουργός Μπάμπης Μπακάλης:
Η ΜΑΥΡΗ ΦΤΩΧΕΙΑ
Στίχοι: Μπάμπης Μπακάλης, Κουβάς
Μουσική: Μπάμπης Μπακάλης, Κουβάς
Πρώτη εκτέλεση: Σταύρος Τζουανάκος
Μια καταδίκη που έχω πάθει,
να είμαι ρέστος κι απένταρος,
και γω δεν ξέρω πια που να πάω,
γυρνώ στους δρόμους ταλαίπωρος.
Η μαύρη φτώχεια κι η ανεργία
έχει θερίσει την κοινωνία.
Η μαύρη φτώχεια κι η ανεργία
έχει θερίσει την κοινωνία.
Παίρνω τον δρόμο, δεν σταματάω,
δεν με χωράει πια πουθενά,
στο ταβερνάκι για να καθίσω
και η καρέκλα ζητάει λεφτά.
Η μαύρη φτώχεια κι η ανεργία
έχουν θερίσει την κοινωνία.
Η μαύρη φτώχεια κι η ανεργία
έχει θερίσει την κοινωνία.
Το χρήμα είναι που σ' εμψυχώνει,
σε κάνει φίνο να περπατάς,
και δεν σε νοιάζει η κοινωνία,
το τι θα γίνει που δεν ρωτάς.
Η μαύρη φτώχεια κι η ανεργία
έχουν θερίσει την κοινωνία.
Η μαύρη φτώχεια κι η ανεργία
έχει θερίσει την κοινωνία. 


Ο Σταύρος Τζουανάκος γραμμοφωνεί το 1948 τα δύο πρώτα του τραγούδια στην Columbia: το «Ένας διαβάτης», με στίχους του Κώστα Κοφινιώτη και ερμηνευμένο απαράμιλλα από τον ίδιο και το «Θέλω να πάψεις να γελάς, θέλω να κλαις». Ένας διαβάτης μόνος:
Στίχοι: Κώστας Κοφινιώτης
Μουσική: Σταύρος Τζουανάκος
Πρώτη εκτέλεση: Σταύρος Τζουανάκος
Αυτό το βράδυ το σκοτεινό
είμαι μονάχος και σε ζητώ
πού να γυρίζεις πού να γλεντάς
με ποιόν τα πίνεις και με ξεχνάς.
Με πνίγει απόψε η ερημιά
και παίρνω σβάρνα τα καπηλιά
τρέχω στους δρόμους εδώ και 'κει
κανείς δεν ξέρει που να 'σαι εσυ.
Ένας διαβάτης είμαι και 'γώ
χωρίς να ξέρω για που τραβώ
χωρίς ελπίδα μες την καρδιά
ψάχνω για να βρω παρηγοριά.
Στο πολύ γνωστό «Φτωχομπούζουκο» του Μανώλη Χιώτη,  η εκτέλεση του Τζουανάκου δεν ήταν η πρώτη. Είναι όμως η πιο εκφραστική. Μια «κραυγή» απόγνωσης ενός βαθιά ερωτευμένου και πληγωμένου άντρα που βρίσκει παρηγοριά στον μόνο «φίλο» που δεν θα τον προδώσει ποτέ:
Στίχοι: Μανώλης Χιώτης
Μουσική: Μανώλης Χιώτης
Πρώτη εκτέλεση: Θανάσης Ευγενικός, Σαμιώτης
Με το φτωχομπούζουκό μου
τραγουδάω τον καημό μου
να ξεχάσω μιά γυναίκα δεν μπορώ
Από τότε που 'χει φύγει
το μεράκι μου με πνίγει
και το δάκρυ μου κυλάει σαν νερό
Με άφησε μονάχο μου σ' αυτή τη ζήση
δε θα ξαναγυρίσει
Το φτωχό μου μπουζουκάκι
το χτυπάω με μεράκι
και του λέω πως κατάντησα για δες
Με κοιτάει λυπημένο
μα τι φταίει το καημένο
που του σπάω κάθε τόσο τις χορδές
Με άφησε μονάχο μου σ' αυτή τη ζήση
δε θα ξαναγυρίσει
Το μπουζούκι μου κρατάω
και με πόνο το ρωτάω:
"μπουζουκάκι τι να κάνω πες και συ"
Και μου λέει πως θα ζήσεις
θα ΄βρεις άλλη ν' αγαπήσεις
και τον πόνο σου να ρίξεις στο κρασί
Με άφησε μονάχο μου σ' αυτή τη ζήση
δε θα ξαναγυρίσει

«Στον κόσμο αυτόν τον ψεύτικο/το χρήμα κυβερνάει/και όποιος έχει τάλιρα/αυτός καλοπερνάει». Έτσι γινόταν τότε, έτσι γίνεται και τώρα, έτσι θα γίνεται πάντα όσο «αυτός ο κόσμος» θα παραμένει «ψεύτικος»:
Στίχοι: Γιώργος Μητσάκης
Μουσική: Γιώργος Μητσάκης
Πρώτη εκτέλεση: Σταύρος Τζουανάκος
Στον κόσμο αυτόν τον ψεύτικο
το χρήμα κυβερνάει
και όποιος έχει τάλιρα
αυτός καλοπερνάει.
Τους πλούσιους δεν ζηλεύουμε
εμείς τα μπατιράκια
γιατί τηνε βολεύουμε
με λίγα ταλιράκια.
Όλοι τον φίλο κάνουνε
η τσέπη σου σαν έχει
κι όταν σωθούν τα τάλιρα
κανείς δεν σε προσέχει.
Τους πλούσιους δεν ζηλεύουμε
εμείς τα μπατιράκια
γιατί τηνε βολεύουμε
με λίγα ταλιράκια.
Στον άλλο κόσμο μοναχά
που χρήμα δεν υπάρχει
και ο φτωχός κι ο πλούσιος
την ίδια θέση θα 'χει.
Τους πλούσιους δεν ζηλεύουμε
εμείς τα μπατιράκια
γιατί τηνε βολεύουμε
με λίγα ταλιράκια.

Βαρύ κι ασήκωτο το αίσθημα της αδικίας που γεννά ο προδομένος έρωτας. Τότε η διέξοδος  βρίσκεται στην επίκληση από τον πληγωμένο άντρα, έμμεσα, μιας ιδιόμορφης δικαιοσύνης που θα τιμωρήσει το «θύτη» (γυναίκα) κατεβάζοντάς το στη θέση του «θύματος»:
Στίχοι: Χρήστος Κολοκοτρώνης
Μουσική: Γιώργος Λαύκας
Πρώτη εκτέλεση: Σταύρος Τζουανάκος και Γιάννης Κυριαζής
Μεσάνυχτα βαθιά σκοτεινιασμένα
στα έρημα σοκάκια τριγυρνώ
εκεί που πρωτοφίλησα εσένα
με στήθια πληγωμένα ξαγρυπνώ
Στου δρόμου τα σκουπίδια σαν κουρέλι
με πέταξες χωρίς να το σκεφτείς
με πρόδωσες και τώρα δε σε μέλει
καινούργιο θύμα ψάχνεις για να βρεις
Δεν ξέρουμε η τύχη πως τα φέρνει
μπορεί κι εσύ μια μέρα να βρεθείς
κουρέλι μες στο ίδιο το σοκάκι
συγγνώμη στο κουρέλι για να πεις.

Ο Σταύρος Τζουανάκος εκτός από μεγάλος ερμηνευτής και σημαντικός δημιουργός, ήταν και δεξιοτέχνης του μπουζουκιού. Απολαύστε τις πενιές του από μια ηχογράφηση της δεκαετίας του ’50 στις ΗΠΑ:





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Next page