Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

«Η…ΛΟΥΛΟΥ»» και «Η…ΒΑΡΒΑΡΑ»!... Γράφει ο Μπάμπης Κ.Μώκος

                            
Στα   1934  ο  Μάρκος  είναι  29 χρονών. Πρωταρχίζει τότε και  η κυκλοφορία  των  τραγουδιών  του, καθώς  και  άλλων δημιουργών.

Στα 1936 η δικτατορία  του Μεταξά, συνεπικουρούμενη από τάσεις συντηρητικών κύκλων απαγορεύει «κάθε δημιουργία, κάθε εκφορά αυτών  των …ανήθικων   ασμάτων  που  αποκαλούνται   ρεμπέτικα».

Αρχίζει η στυγνή λογοκρισία.  Λογοκρίνεται  ακόμα  και η Αντιγόνη του Σοφοκλή! « Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια» του Στρ.Μυριβήλη κατασυκοφαντείται και εντέλει απαγορεύεται.
Τα ρεμπέτικα θα τους ξέφευγαν; Εξαναγκασμός σε σιωπή, ένα αδυσώπητο κυνήγι «σ΄αυτά τα  επικίνδυνα  άσματα, προϊόντα του δρόμου, του περιθωρίου».

Αξιομνημόνευτη ως τα σήμερα παραμένει η προκλητική τότε στάση προς το «νέο ύφος» της Λουλού Μαντζούφα, θυγατέρας του Μεταξά και διοικήτριας των Φαλαγγιστριών. Με την κυκλοφορία της «Βαρβάρας», η περιβόητη «Λουλού», αποστέλλει στα 1940  εγκύκλιο  στις Φαλαγγίστριες  όπου τους  επισημαίνει  ότι «τραγούδια αυτού του είδους  υπερβαίνουν τα όρια όχι μόνον της χρηστής, αρμόζουσας, συμπεριφοράς, αλλά και αυτά της αξιοπρεπείας και της στοιχειώδους ηθικής».

Αποτέλεσμα, το  συγκεκριμένο  τραγούδι  με τη σκωπτικότητά του να «περιλούσει» με σχόλια περιγελαστικά για καιρό το δικτατορικό  καθεστώς. Με τη «Βαρβάρα», αυτό το «σκαμπρόζικο» τραγούδι του Π.Τούντα  με τον Στελλάκη Περπινιάδη, ο κόσμος ταυτίζει τα του «κέφαλου βαρβάτου» με τη Λουλού  και γι’ αυτό και τρέχει ν’ ακούσει σαν τρελός το  δίσκο, για πλάκα. Έχουμε δηλαδή εδώ πρωτοεμφανιζόμενη, καθαρή, στο καθεστώς, «μουσική αντίσταση»!

Πάντα, μα πάντα ο Έλληνας σε περιόδους «δημοκρατικής καχεξίας», όλο και  κάτι θα…ψάξει, κάτι θα εφεύρει, κάπου θα… «πατήσει» ν’ αντισταθεί, να  λοιδορήσει, να ευτελίσει  τον δικτάτορα, τον  τύραννο, τον «ελλειματικό  κυβερνήτη».
Είναι αποδειγμένο και αναμφισβήτητο.

Η περιβόητη Βαρβάρα.

«Η Βαρβάρα κάθε βράδυ

στη Γλυφάδα ξενυχτάει

και ψαρεύει τα λαβράκια

κεφαλόπουλα μαυράκια.

                 #

Το καλάμι της στο χέρι

όλη νύχτα στο καρτέρι

περιμένει να τσιμπήσει            

το καλάμι να κουνήσει.

                 #

Ένας *κέφαλος βαρβάτος,

όμορφος και κοτσονάτος

της Βαρβάρας το τσιμπάει

το καλάμι της κουνάει.

                 #

Μα η Βαρβάρα δεν τα χάνει

τον αγκίστρωσε, τον πιάνει

τον κρατά στα δυο της χέρια

και λιγώνεται στα γέλια.

                 #

Κοίταξε μωρή Βαρβάρα

μη σου μείνει η λαχτάρα

τέτοιος κέφαλος με νύχι                           

δύσκολα να σου πετύχει.

                   #                                            

Βρε Βαρβάρα μη γλιστρήσει
                           
και στη θάλασσα βουτήσει                     

βάστα τον απ’ το κεφάλι                        

μη σου φύγει πίσω πάλι.                          
              
                  #                                                

Στο καλάθι της τον πιάνει                       

κι’ από τη χαρά φωνάζει                           

έχω τέχνη, έχω χάρη

ν’αγκιστρώνω κάθε ψάρι.

                  #

Για έναν κέφαλο θρεμμένο

όλη νύχτα περιμένω,

που θα ‘ρθεί να μου τσιμπήσει

το καλάμι να κουνήσει



-Γειά σου Γιοβάν Τσαούς με την παρέα σου

-Ωπ, ωπ, άιντα!


(Δίσκος Columbia DG 6159 και 6194).

                        
Αμέσως το υφυπουργείο Τύπου και Τουρισμού, με υφυπουργό τον  Θεολόγο Νικολούδη εκδίδει αυστηρή  διαταγή απαγόρευσης του  συγκεκριμένου δίσκου, χαρακτηρίζοντάς  τον «ανήθικον, μη συμβατόν  με  τα στέρεα και υγιή έθιμα και ήθη του υπερηφάνου Ελληνκού Λαού..».

Ιδού κατά λέξη το δημοσίευμα στις εφημερίδες:

H… «ΒΑΡΒΑΡΑ» ΑΠΗΓΟΡΕΥΘΗ

                                           ---------------------
«Υπό  οργάνων  της  Ειδικής Ασφαλείας  κατεσχέθησαν οι  φωνογραφικοί δίσκοι του γνωστού λαικού τραγουδιού « Η   Βαρβάρα», καθόσον  εχαρακτηρίσθη  τούτο ως  άσεμνον. Οι  κατασχεθέντες  δίσκοι  απεστάλησαν  εις  την  Εισαγγελίαν  των  Πλημμελειοδικών δια  τα περαιτέρω».

Στις 21 Δεκεμβρίου 1936 γίνεται  η   δίκη  για  το  τραγούδι, όπου …γελά και  το παρδαλό κατσίκι. Κατηγορούμενοι  η εταιρεία του Λαμπρόπουλου  με τον Τούντα, καθώς και ο Στελλάκης Περπινιάδης  που είπε το τραγούδι.

Αρχίζει η ακροαματική διαδικασία και από τη μία ο πρόεδρος να  προσπαθεί  να  στοιχειοθετήσει  το «άσεμνον» του τραγουδιού και από την άλλη οι κατηγορούμενοι να αποποιούνται την ευθύνη, μιλώντας   για   τραγουδάκι  ελαφρύ, απλό  και  ακίνδυνο. Τελικά την  πλήρωσε ο Τούντας σαν πληρεξούσιος  υπεύθυνος  μαέστρος της εταιρείας και καταδικάστηκε.

Μέχρι και …ιχθυολογική ανάλυση, καθώς και τεχνική ψαρέματος  του …κέφαλου  αναπτύχθηκε   από τους παριστάμενους  δικηγόρους: « -Από πού  δηλαδή  πιάνεται  ο κέφαλος, κύριε πρόεδρε, από το …κεφάλι και  την ουρά…». Το ακροατήριο  να  κρυφογελά, αλλά η απόφαση  καταδικαστική. Η κυκλοφορία  του δίσκου  απαγορεύεται και η αστυνομία  βγαίνει «παγανιά» και  τον μαζεύει από τα  μαγαζιά  που  τον  πουλούσαν. Άλλωστε «ήταν  κατάντια κάθε Ελληνας  και  κάθε  Ελληνίδα να κρατά κάτω από την «αμασχάλη» και μίαν «Βαρβάρα». Έτσι είπε ο Δικαστής.


Πάντως ο  μόνος που  ολοφάνερα,  θαρραλέα   και αποδειγμένα  έγραψε τότε στα παλιά του  τα παπούτσια τη λογοκρισία  υπήρξε ο Βαγγέλης Παπάζογλου. Είπε το περίφημο «δεν σας γουστάρω» και σταμάτησε  κάθε ηχογράφηση, κάθε δημιουργία.
Ακόμα, στην κατοχή, όταν οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα, ορκίστηκε και δεν  ξανάπαιξε, δεν  ξαναδημιούργησε, σταμάτησε.

Σε φίλους είπε το πασίγνωστο: «Όταν πέφτει το σκοτάδι, τα πουλιά παύουν να τραγουδούν»

Για τα την ιστορία πρέπει να αναφερθεί πως δεν υπάρχει ούτε ένα, μα  ούτε  ένα, ρεμπέτικο  που  να ύμνησε τη Μεταξική δικτατορία. Οι  ρεμπέτες  είχαν  βαθειά κατανοήσει  πως πίσω από τις «βεγγέρες» και  τους  ηθικοπλαστικούς  κομπασμούς, κρύβονταν υποκριτικά   και  σκόπιμα   κάθε  είδους  καθεστωτική   διαφθορά, εγκληματικότητα  και  ύπουλη υποστήριξη  στην επικρατούσα   ταξική  αυθαιρεσία.

«Η Καθημερινή». Σεπτέμβρης 1951.

Τα λογοκριμένα τραγούδια. Η εξουσία δεν μπορεί  ν΄ αντέξει  την  διαφορετικότητα. Από το 1936 ως το 1951, τα ίδια και τα…ίδια.

Ο κόσμος όμως ξέρει, καταλαβαίνει, αντέχει, έχει τα …αντίδοτα και  στα  1937, ένα  πανέμορφο  τραγούδι  του Παναγιώτη  Τούντα είναι  στα  χείλη  κάθε μουσικής  παρέας, κάθε λαϊκού  ανθρώπου.

Είναι   ο  γνωστός  «Κράσος»  η  «Κρασοπίνω», ύμνος  στο   κρασί:

«Το κρασί δεν με μεθάει όσο και να πιώ

Κράσο πίνω κι’ είμαι εντάξει όπου κι’ αν βρεθώ.

Το πρωί σαν κολατσίσω πίνω μιά  οκά,

κι’ άλλη μιά το μεσημέρι θέλω τακτικά.

                              *

Τέσσερις μισές το βράδυ πρέπει για να πιώ,

να’ρθω να σου πώ γκρινιάρα πόσο σ’ αγαπώ.

                             *

Δεν ειν’ πολύ, όχι, δεν ειν’ πολύ.

Κάνω κέφι και πετάω σαν το πουλί.

                            *

Τα κορόιδα που δεν ξέρουν να γλεντήσουνε,

θέ’ νε με τις λουκουμάδες να μεθύσουνε.

Και στο δρόμο σαν με δούνε ,με πειράζουνε,

Κράσο ο ένας, Κράσο ο άλλος μου φωνάζουνε.

                           *

Μα εγώ θα πίνω κράσο κούκλα μου χρυσή,

δεν φοβάμαι για να …σκάσω από το κρασί.

                          *

Δεν ειν΄πολύ, όχι, δεν ειν’ πολύ.

Κάνω κέφι και πετάω σαν το πουλί…».

(Συνθέτης Π.Τούντας, στο τραγούδι ο Κώστας Τσανάκος.


Δίσκος  Columbia του  1937, με  στοιχεία DG - 6290).

«Η…κάμα και η …ντεκαντέντσια…».-

Απορίας  άξιο (;)  ότι  ταυτόχρονα  το ΚΚΕ  με  τον γ.γ. Νίκο Ζαχαριάδη  καταφέρεται με λύσσα ενάντια στα ρεμπέτικα, χαρακτηρίζοντάς  τα  «τραγούδια  της κάμας και της ντεκαντέντσιας (;), τραγούδια  «ύποπτα», «επικίνδυνα». Από κοντά και η τότε αριστερή διανόηση  που…έβλεπε σε  άλλους ορίζοντες.
Εξαπολύει  διωγμό αμείλικτο σε συμπαθούντες του ρεμπέτικου, καθώς και  σε χώρους που εκφράζονταν. Για τους κομματικούς  ινστρούχτορες και την κεντρική καθοδήγηση ό,τι σχετικό  με τη ρεμπέτικη έκφραση σημαίνει «φθορά», «περιθώριο», «αποπροσανατολισμό». Ο λόγος των ρεμπέτικων τραγουδιών δεν αποκτά το χαρακτήρα ενός ανταγωνιστικού η αντιθετικού τρόπου, αλλά νοείται τότε σαν απόλυτα αρνητικό  του  πολιτικού λόγου των κομμουνιστών, ιδιαίτερα των έγκλειστων.

Καθοριστικό  ότι η καθοδήγηση  δεν βλέπει το Λαϊκό και το ρεμπέτικο  σαν εργαλείο προώθησης της ιδεολογίας.

Από το 1947 που με κονδύλια του δόγματος Τρούμαν δημιουργείται η  περιβόητη Μακρόνησος, οι αγωνιστές κομμουνιστές «συναγελάζονται» με άλλους κρατούμενους, ποινικούς κ.α.

Έτσι, χωρίς καμιά διάκριση, άτομα με γνώση, καλλιέργεια, επίπεδο, διανοητές - προσωπικότητες, γίνονται «κατ’επιβολήν αχταρμάς» στις πρόχειρες σκηνές-καταλύμματα με τυχοδιώκτες, κλέφτες, απατεώνες, φονιάδες, χασικλήδες, παρακατιανούς και άλλα …φυντάνια της παρανομίας.

Σκωπτικά, κριτικά, αλλά και επιτιμιτικά ο Βάρναλης γράφει:
«Έπιασαν και βάλαν …ίσια, τη λευτεριά με τα…χασίσια» (Κ. Βάρναλη: «Το φως που καίει». «Η Ανατολή».-

Η πρόθεση της εξουσίας είναι ολοκάθαρη. Με τιμωρητική διάθεση σκοπεύει να αποσυντονίσει συνειδησιακά, να σπάσει το ηθικό, να ευτελίσει κάθε αγωνιστή. Να καμφθούν η συνείδηση, το φρόνημα, οι ιδέες, τα ιδανικά του.

Είναι  και η αιτία  απέχθειας των πολιτικών κρατούμενων προς τους άλλους συγκρατούμενους. Υπάρχει όμως ο επι σκοπώ ακραίος  μαζικός  εγκλεισμός που φέρνει συγχρωτισμό με κάθε καρυδιάς καρύδι. Η καθοδηγούμενη και πειθαρχημένη ελάχιστη διασκέδαση των αριστερών αρχίζει να φθίνει. Παρ’ όλα αυτά ελάχιστοι κομμουνιστές εξακολουθούν να αντιπαθούν φανερά, επιδεικτικά και με σφοδρότητα  τά ήθη και τον τρόπο ψυχαγωγίας  των ποινικών (μέσα σ’ αυτά και το ρεμπέτικο), αρνούμενοι, κατά ιδεολογία, ένταξη  σε ένα κόσμο κάθε λογής παραβατικότητας.

Σημ: Είχε  δίκιο  ο αείμνηστος Λεων. Κύρκος, όταν έλεγε  το περίφημο:«Σύγκρουση ιδεών  ναι, βίαιη απαξίωση  και  μισαλλοδοξία όχι ».

Για  τον  τύπο  αναφέρεται  ότι  το πρώτο άρθρο κατά του ρεμπέτικου  γράφεται  από τον  Σ.Σταύρου, στην εφημερίδα «Ελεύθερη Ελλάδα», πού  έκφραζε τις απόψεις της Αριστεράς. Από το 1947  και ύστερα τη σκυτάλη πήρε ο «Ριζοσπάστης».

Βέβαια, η λογική αυτή ανασκευάζεται αργότερα, ύστερα  από τα της Βάρκιζας και την ήττα του αριστερού κινήματος στον εμφύλιο, καθώς η ηγεσία διαπιστώνει στο ρεμπέτικο λόγο «ανθρωπολογικά  χαρακτηριστικά  των λαϊκών  στρωμάτων, συμβατά  με την…ηθική  πολιτικών αξιών του απλού λαού», όπως εκφράστηκαν από τα  Τσιτσανικά  κυρίως κατοχικά παιξίματα. Ας …είναι…

Πάντως, αν κανείς ενδελεχώς ερευνήσει την στάση τότε της αριστεράς απέναντι στο ρεμπέτικο, από πουθενά δεν προκύπτει ρητή απαγόρευση από πλευράς «κανονιστικής» η «καθοδηγητικής» όσον αφορά την πολιτιστική πολιτική των κρατούμενων κομμουνιστών. Οι προφορικές ενδεχόμενες παραινέσεις ενάντια  στο ρεμπέτικο δεν μπορούν  να οριστούν ως στοιχεία αποδεικτικά.

Το ρεμπέτικο κυριάρχησε, ίσως λόγω του ότι δεν είχαμε στη χώρα προλεταριακού τύπου τραγούδι, όπως στην υπόλοιπη Δύση.

Η θεωρούμενη αντιπάθεια προς το ρεμπέτικο, προέκυψε μάλλον ως αντιπαράθεση μεταξύ λόγιας και λαϊκής κουλτούρας.

Αιτία λοιπόν ο Τσιτσάνης που στα τραγούδια του μιλά για «καρτερία μιας καλλίτερης  ημέρας», για λαχτάρα μιας άλλης ζωής, δεδομένα απόλυτα συμβατά, επιδιωκόμενα και προσδοκώμενα από την Αριστερά, σε σχέση με το αγωνιστικό κίνημα, την εργατιά, τη λαϊκή τάξη.

Έτσι ύστερα από συζητήσεις και άλλες διεργασίες, η αριστερά στο σύνολό της αμέσως αναδιπλώνεται, αναθεωρεί, αποδέχεται-επικυρώνει τα τραγούδια του Τσιτσάνη και απενοχοποιηθεί το ρεμπέτικο.
Βέβαια σ΄αυτό βοηθούν με τις δημιουργίες τους και άλλοι καλλιτέχνες, όπως ο Μπαγιαντέρας, ο Γενίτσαρης, ο Χιώτης, ο Μάρκος, ο Χαντζηχρήστος κ.α. Ας …είναι. «Δεν το πίνουμε το …γάλα!...»

Σχετικά με τα παραπάνω παραμένει ως τα σήμερα σημαδιακό το τραγούδι του Τσιτσάνη «Βάρκα Γιαλό», που προέκυψε τότε ως «ΜΑΣ ΕΠΗΡΑΝ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ»  και  «“EL TABA”, κατά παραφράσεις από έγκλειστους αριστερούς:

1. «ΜΑΣ ΕΠΗΡΑΝ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ»    

«Μας επήραν την Αθήνα

μόνο για ένα μήνα.

Του Σκόμπυ τα κανόνια

γκρεμίσαν τα κουπόνια.

              *

Μπόμπες βροχή στου Γκύζη

κι’ εμείς στο μετερίζι.

Κι’ η τελευταία ελπίδα

τ’οδόφραγμα πατρίδα

             *

Μαύροι πατούν τη γη μας

βάστα Καισαριανή μας.

Μάχονται σαν λιοντάρια

στα Εξάρχεια παλικάρια.

             *

Του Πανεπιστημίου

και του Πολυτεχνείου.

Τρέξτε καπεταναίοι

απ’ τα βουνά γενναίοι.

            *

Μας πήραν την Αθήνα

μόνο για ένα μήνα.

Οι Αγγλοι θα νικήσουν

όταν οι μαύροι ασπρίσουν».






2. EL DABA. (ΒΑΡΚΑ ΓΙΑΛΟ!,,,).

«Θα σας πω μια ιστορία

Από την αιχμαλωσία,

-Βάρκα γιαλό.


Κάποια μέρα του πολέμου

(Δεν το πίστευα ποτέ μου)

-Βάρκα γιαλό.


Οι Εγγλέζοι μας κυκλώσαν

Με τα τάνκς και μας τσακώσαν

-Βάρκα γιαλό.


Μας επήραν τα ρολόγια

Με το ξύλο με τα λόγια

-Βάρκα γιαλό.



Στ΄αυτοκίνητα μας βάλαν

Και την πίστη μας εβγάλαν

-Βάρκα γιαλό.


Στο Γουδί και το Χασάνι

Κι’ από ‘κει για το λιμάνι

-Βάρκα γιαλό.



Μας εβάλαν στο βαπόρι

Και για το Πόρτ Σάιντ πλώρη

-Βάρκα γιαλό.


Μας εφέραν στην Ελ Ντάμπα

Και στην πλάτη μας μια στάμπα

-Βάρκα γιαλό.


Μας εδίναν τη βδομάδα

Δυο κουτάλια μαρμελάδα

-Βάρκα γιαλό.


Μας εδίναν και φυστίκια

Πού’τανε για τα κατσίκια

-Βάρκα γιαλό


Μας εδίναν και μια στάλα

Συμπεπυκνωμένο γάλα

-Βάρκα γιαλό.


Δεν ξεχνούσαν οι Εγγλέζοι

Το ελληνικό τραπέζι

-Βάρκα γιαλό.


Και μας δίναν τακτικά

Και μπιζέλια αρακά

-Βάρκα γιαλό.


Δεν το θέλουμε το γάλα

Ούτε και τη μαρμελάδα

-Βάρκα γιαλό.


Μόνο θέλουμε να πάμε

Πίσω στη γλυκειά Ελλάδα

-Βάρκα γιαλό.



*«Κέφαλος ο χρυσόχρους» Ο κέφαλος  Ιχθύς   της   οικογενείας   των  (Μουλιγιδών)  (Mugilidae).
Ο   αρσενικός  λέγεται  «στειράδι» και ο θηλυκός «μπάφα». «Ασπρο», νόστιμο ψάρι, ιδιαίτερα τον χειμώνα.


Το κείμενο είναι του Μπάμπη Κ. Μώκου...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Next page