Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

«ΜΙΧΑΛΗΣ ΖΑΜΠΕΤΑΣ» «ΚΙ’ ΑΛΛΟΣ ΕΝΑΣ που ΔΕΝ…ΠΡΟΛΑΒΑ» (του Μπάμπη Μώκου)

Mixalis_Zampetas.jpg
Μην σας φαίνεται παράξενο. Η μουσική  πότε σε γυρίζει πίσω , πότε  σε  πάει  μπροστά. Αυτή  είναι και η ομορφιά της.
Σε κάνει…ότι θέλει. Γι’ αυτό  είναι κι’ απ’ τα ωραιότερα . Είναι κάτι  που   μόνον  η  μουσική  μπορεί  να  το καταφέρει. Ο λόγος  για  κάποια τραγούδια  που μπορεί να «βγήκαν» σήμερα,  αλλά  δεν έχουν τίποτα  να ζηλέψουν απ’ το χθες.

 Αρκεί  μια νοηματικά σπουδαία στιχουργική  που αποτολμά ιστορικές αναφορές που σημάδεψαν ανεξίτηλα τόπους και  λαϊκή  ψυχοσύνθεση  και βέβαια  ένα ταιριαστό μουσικό «ντύσιμο».

«Ο Μπάρμπας  μου  ο  Παναγής», είναι απ’ τα τραγούδια, τα  ελάχιστα  που  πληρούν απόλυτα  και  τις  δυο παραπάνω προϋποθέσεις .
Απ’  τη  μία  ή  απαράμιλλη  στιχουργική   της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου (της περίφημης γριάς) και από την άλλη  μια  ιδανική  μελοποίηση  του τραγουδιού από τους Μιχάλη Ζαμπέτα και Γιώργο Στεφανάκη  νεώτερους  μουσικοσυνθέτες.  Σημ: Για  το  συγκεκριμένο τραγούδι   υπάρχει εκτενής αναφορά στη«Ρεμπέτικη Ανθολογία» του Τάσου Σχορέλη.

Ο Μιχάλης , γιος  του  μεγάλου Γιώργου Ζαμπέτα, ήταν ο  πρώτος  μιας παρέας  που στο  σπίτι  του πατέρα του στην οδό Σαλαμινομάχων  στο Αιγάλεω  καθημερινά λάτρευαν τα όργανα και  έπαιζαν με  τις  ώρες . Από εκεί  ξεκίνησε κι’ αργότερα έγινε  αναπόσπαστος σε κάθε δημόσια εμφάνιση του  μεγάλου  πατέρα του.

Είχαμε συνεννοηθεί με κάποιους φίλους να πάμε στην Κινέττα. Εκεί  ο Μιχάλης είχε το σπίτι του. Η μεγάλη του όμως αγάπη , η απαντοχή του ήταν το ψάρεμα και το καΐκι του.  Όταν δεν ήταν στη θάλασσα , πρόσχαρος πάντα, μάζευε φίλους κι’ ακολουθούσαν γλέντια τρικούβερτα.

Στις  12.3.08  η Τεριάννα Παππά  δημοσιογράφος, γράφει  στην  Espressο : Έφυγε προχθές  10 Μαρτίου , 16  χρόνια , την ίδια  ημέρα  μετά τον θάνατο του μεγάλου Γιώργου  Ζαμπέτα,  ο γιός του Μιχάλης , ύστερα από αγώνα με την επάρατο.

Στην  παρέα  έπεσε  παγωμάρα. Ύστερα  από  λίγο όλοι κατακρίναμε  τον  εαυτό μας  που δεν είχαμε  πάει να τον γνωρίσουμε από κοντά και να τα πούμε. Ας είναι…

Ήταν  άνθρωπος  συγκροτημένος (υπήρξε  δημοτικός σύμβουλος  του  Δήμου Αιγάλεω), κιθαρίστας, ιδιόμορφος  τραγουδιστής , ανοιχτός  στον  κόσμο . Είχε  δυο  παιδιά  και  λάτρευε την οικογένειά του.

Έργο  του  ήταν η  βασική συμμετοχή του στον δίσκο του πατέρα  του  «Χιλια Περιστέρια», ένα  LP  με τίτλο «Κάποιο λάκκο  έχει η  φάβα»  και  ένα  σιγκλ  με  τον  τίτλο « Τα  Γαδουράκια». Η μεγαλύτερη όμως αγάπη του ήταν η τελευταία επιτυχία του , «Ο μπάρμπας μου ο Παναγής» , που  στην πιάτσα έκανε …στράκες.

Αχ’ ρε Μιχάλη  κι’ εσένα δεν σε πρόλαβα .  Ας είσαι..καλά εκεί πάνω . Και γράψε κανένα καινούργιο  «Παναγή».

Το τραγούδι είναι όπως παρακάτω και έχει αναφορά στην  θιμικότητα  του Τσεσμέ και του Αιβαλί!.


                                       «Ο ΜΠΑΡΜΠΑΣ ΜΟΥ… Ο ΠΑΝΑΓΗΣ!»,

                 «Ειχα ένα μπάρμπα εγώ νταή.

                   τον ξακουστό τον Παναγή

                   καμάρι κι’ ασικλίκι.

                   Λάζο* στη μέση του χωστό*                  *  Λάζο=δίκοπο μαχαίρι

                   μουστάκι μάυρο γυριστό                        * χωστό=χωμένο στη μέση

                   Καφέ-Αμάν και αγαπητιλίκι.

                                        #

                   Ειχε σκοτώσει τσαντιρμά*                      *τσαντιρμά=ολους μαζί

                   οταν περνούσε νταντιρμά*                      *νταντιρμάς=ουσίες

                   μπροστά απ’ το καρακόλι*.

                   Για να γλιτώσει τα καπνά*                       *καπνά=ναρκωτικά σε φούντα

                   σκαρφάλωσε απ’ τα βουνά

                   και τα φευγάτιζε* στην πόλη.                   *φευγάτιζε=προωθούσε

                                          #

                    Μεσ΄στα Βουρλά* κατιρμαντζής*

                    αλλάνης και κοντραμπαντζής*                *κοντραμπαντζής=λαθρέμπορος

                    και της Τουρκιάς ο τρόμος.

                    Καβάλα σε λιγνό* βαρύ*                          *λιγνό βαρύ=υπερήφανο άλογο

                    το μάτι του θολό, βαρύ,

                    περνούσε κι’ έτρεμε ο δρόμος.

                                          #

                     Τσακιρισμένος μια βραδυά,

                     κι’ ως ηταν άντρας με καρδιά

                     τον βάρεσε η τρέλλα.

                     Και μπάμ και μπούμ τις μπιστολιές,

                     ξεσήκωσε δυό γειτονιές

                     κι’ έσπασε δυό μπορντέλα.

                                          #

                      Φτωχό σαν λάχαινε να δεί,

                       δάκρυζε σαν μικρό παιδί

                       κι’ ως είχε και παράδες ,

                       μοίραζε ψώνια αγκαλιά

                       κάθε Χριστού και Πασχαλιά

                       στους φτωχομαχαλάδες.

                                           #

                       Η μάνα μου η Αλισσαβώ

                       και η νενέ* μου η Τζεβώ                          Νενέ=Η γιαγιά.

                       είχαν συχνά μπελάδες.

                       Γιατί μας βγάζαν αμπανιές*

                                                                                        αμπανιές=ρουφιανιές,μαρτυριές.

                       πως στου σπιτιού μας τις γωνιές

                       κρύβαμε κατιρμάδες*.                              κατιρμάδες=ναρκωτικά

                                           #

                       Και κάποιο δειλινό μουντό,

                       μας τονε φέραν σηκωτό,

                       στο σπίτι λαβωμένο.

                       Με ματωμένη τραχηλιά,

                       σπασμένη  ραχοκοκκαλιά,

                       πολύ βαρειά μαχαιρωμένο.

                                           #

                        Και πρίν χαράξει η αυγή,

                        και πρίν ο ήλιος καλοβγεί,

                        τον στόλιζαν στην κάσα.

                        Τον κλαίν  Τσεσμές και Αιβαλί,

                        τον μπάρμπα μου τον Παναή,

                        πήρε η τουρκιά ανάσα.

                                              #

                        Τον έφαγε μια παστρικιά*                      Παστρικιά=γυναίκα αμφίβολης

                        μιά του παλιά αγαπητικιά                                            ηθικής.

                        αχ΄ έρημη …αγάπη.

                        Γιατί ο μπάρμπας μου θαρρώ,

                        κρυφά της τά’χε από καιρό,

                        με την Αγγέλα του Αράπη.

                                              #

                        Και την παράλλη την αυγή

                        βγάζει η τουρκιά διαταγή

                                                                                    Κερχανάς =Μπορντέλοσυνοικία.

                        ο Κερχανάς * να κλείσει.

                        Μη σκοτωθεί κι’ άλλος ραγιάς,

                        απ’ τα σεκλέτια της καρδιάς

                        κι’ η Ρωμιοσύνη σβήσει.

                                              #

                        Μα σβήστηκε ο Παναγής,

                        απ’ τα κιτάπια της ζωής,

                        ας έχει σχώριο η ψυχή του.

                        Αυτόν που έτρεμε η τουρκιά,

                        τον έφαγε η αγαπητικιά

                        και πήγε τζάμπα η ζωή του ...».


του Μπάμπη Μώκου



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Next page