Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Ιστορίες ρεμπετών και πώς πέθαναν στην Κατοχή


Μετά την πρώτη απάντηση στους φασίστες και τους ντόπιους θαυμαστές τους, οι Έλληνες ξεσηκώθηκαν και αγωνίστηκαν για την εθνική και κοινωνική απελευθέρωσή τους.

Οι μεγάλες στιγμές ενός λαού που πάλεψε μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες. Μέσα σε συνθήκες καταχνιάς, πείνας και κατατρεγμού. Πολλοί έφυγαν μέσα σε κείνες τις συνθήκες και ανάμεσά τους κάποιοι πού ήταν στηρίγματα αυτού του λαού, καθώς με τα τραγούδια τους, με την μουσική τους, με την φωνή τους, εξέφραζαν τις πίκρες και τα βάσανα του.

Σε αυτούς τους ανθρώπους, τους συνθέτες, μουσικούς και τραγουδιστές που έφυγαν μέσα στην Κατοχή αναφέρεται το περιοδικό του ΑΠΕ-ΜΠΕ, Πρακτορείο.

Υπηρέτησαν όλοι τους το ρεμπέτικο τραγούδι, πλην του Αττίκ, ο οποίος "έφυγε" τον Αύγουστο του 1944 παίρνοντας υπερβολική ποσότητα "βερονάλ" βαθύτατα προσβεβλημένος, καθώς ένας ναζί τον είχε σπρώξει στον δρόμο. Η Κατοχή προσέβαλε ως τα βάθη της ψυχής του τον μεγάλο καλλιτέχνη.

Μέσα στο 1941 έφυγε από την ζωή ο Ανέστος Δελιάς, ή Ανεστάκι, ή Αρτέμης: Ο Δελιάς γεννήθηκε στην Σμύρνη το 1912. Ήταν πολύ αγαπητός. Στην ζωή του μοιραίο ρόλο έπαιξε μια πόρνη, η οποία τον έριξε στην πρέζα. Ο Δελιάς πέθανε μόνος και το άψυχο σώμα του βρέθηκε σε ένα καροτσάκι στο Βαρβάκειο το 1941.

Ένας άλλος καλλιτέχνης που έφυγε μέσα στην Κατοχή, ήταν ο Γιάννης Εϊτσιρείσης, ή Εϊζερίδης, ή Ιντζιρίδης, ή πιο γνωστός ως Γιοβάν Τσαούς. Από τους καλύτερους μουσικούς. Όταν έπαιζε, ο Μάρκος Βαμβακάρης ακουμπούσε το μπουζούκι του δίπλα και καθόταν να τον ακούσει. "Παίξε ρε Γιοβάνη" τούλεγε ο Μάρκος, "να χαρείς τα παιδιά σου".

Ο Γιοβάν Τσαούς πέθανε τον Οκτώβριο του 1942 από δηλητηρίαση. Έφαγε τηγανόψωμο που έφτιαξε με χαλασμένο αλεύρι που είχε πάρει από κάποιο βομβαρδισμένο πλοίο στο λιμάνι του Πειραιά. Λίγες ώρες αργότερα από την ίδια αιτία πέθανε και η γυναίκα του, η οποία έχει γράψει σχεδόν όλους τους στίχους των τραγουδιών του.

Ο Γιώργος Κάβουρας αποτελεί αναμφισβήτητα μια από τις πιο συγκλονιστικές φωνές του ρεμπέτικου τραγουδιού. Έζησε μόνο 36 χρόνια για να μας χαρίσει 70 μόνο ανεπανάληπτες ερμηνείες. Ήταν γνώστης διαφόρων μουσικών οργάνων, αλλά τελικά με την παρέμβαση του Στελλάκη Περπινιάδη, που ήταν και φίλοι, αποφασίζει να ασχοληθεί με το τραγούδι.

Μετά το '40 η κατάσταση αλλάζει, ο Γιώργος Κάβουρας κυνηγιέται από τους Ιταλούς (είχε Ιταλική υπηκοότητα μέχρι το 1936) και περνά στιγμές αγωνίας κρυμμένος και φοβισμένος για την οικογένειά του και για το ίδιο. Το τέλος έρχεται σύμφωνα με τα λεγόμενα της αδελφής του στις 20 Φεβρουαρίου 1943. Δούλευε στο μαγαζί του Στελλάκη στο Χαϊδάρι και λιποθύμησε την ώρα που τραγουδούσε.

Στο νοσοκομείο της Νίκαιας που τον πήγαν το οποίο είχαν αναλάβει οι Γερμανοί-Ιταλοί, κανείς δεν έδωσε σημασία και έτσι μετά από έξι μέρες το "αηδόνι" του ρεμπέτικου ξεψύχησε από το εγκεφαλικό επεισόδιο που είχε πάθει. Στο νοσοκομείο τον μετέφερε ο Γιάννης Αγορόπουλος ή Χατζής που εκείνη την εποχή δούλευε μαζί του. Στα χέρια του Χατζή έγινε τραγουδιστής ο Κάβουρας, ενώ ο Χατζής του συμπαραστάθηκε ως την τελευταία του στιγμή.


Σμυρνιός ήταν και ο Βαγγέλης Παπάζογλου. Ήταν εξαιρετικός μουσικός και ήταν καθιερωμένος στην Σμύρνη πριν το 1922. Πάνω σε αυτόν και τον Παναγιώτη Τούντα που και αυτός πέθανε μέσα στην Κατοχή στηρίχθηκε το λαϊκό μας τραγούδι πριν να μπει το μπουζούκι.

Ο Παπάζογλου αρνήθηκε να δίνει τραγούδια του στην δισκογραφία γιατί δεν ήθελε να του τα ελέγχουν οι επιτροπές του Μεταξά. Μέχρι τον πόλεμο του '40 ζούσε κάνοντας περιοδείες στην επαρχία και συχνά έβγαινε στη γύρα βγάζοντας πιατάκι.

Επίσης υπάρχει μαρτυρία από τον Γρηγόρη Ασίκη, ότι λίγο πριν πεθάνει ο Παπάζογλου πήγε στην οδό Αθηνάς 33, στο στέκι των μουσικών και μοίρασε σε συναδέλφους του παρτιτούρες πολλών ανέκδοτων τραγουδιών του.

Τα ανέκδοτα αυτά τραγούδια είναι περίπου 100. Ο γιος του Βαγγέλη, Γιώργης μετά από 25 ετών προσπάθειες κατάφερε να μαζέψει περίπου70. Ο Γιώργης Παπάζογλου για την συμμετοχή του στους αγώνες κατά των κατακτητών "τιμήθηκε" δεόντως με φυλακές και εξορίες από το ελληνικό κράτος.

Σμυρνιός ήταν ο Δημήτρης Μπαρούσης, ή Μπαρούς, ή Λορέντζος πού ήρθε στην Ελλάδα μετά το 1922. 'Ηταν επί πολλά χρόνια σύμβουλος του Σωματείου λαϊκών μουσικών. Ο Δημήτρης Μπαρούσης χάρισε το καλό του βιολί στον Μιχάλη Γενίτσαρη. "Έφυγε" το 1944.

Η μαύρη πείνα που θέριζε τα λαϊκά στρώματα και ιδιαίτερα τα παιδιά, ο αγώνας του λαού μας για επιβίωση, τα θαρραλέα παιδιά που έγιναν από την ανάγκη σαλταδόροι τραγουδήθηκαν από το ρεμπέτικο τραγούδι.

Επίσης, οι ρεμπέτες επηρεάστηκαν και από τον οργανωμένο αγώνα του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ, τραγούδησαν τον αντάρτικο αγώνα, ιδιαίτερα ο Μπαγιαντέρας, μίλησαν μέσα από τα τραγούδια τους για τις λαϊκές γειτονιές της Κατοχής τα μπλόκα και τους αγωνιστές.

Από τις φοβερές συνθήκες της περιόδου της Κατοχής έχασαν την ζωή τους και σπουδαίοι δημιουργοί του λαϊκού μας τραγουδιού, όμως, έφθασαν ως εμάς τα τραγούδια τους από τους πατέρες μας που πάντα κουβαλούσαν μέσα τους το παιδί που υπήρξαν στην Κατοχή, το κορίτσι που δεν πρόφτασαν να φιλήσουν, τον αγιάτρευτο καημό της λαχανίδας, τον φόβο της συσκότισης, τον φίλο που "έφυγε" πολεμώντας στο βουνό, και τις αγωνίες και τους αγώνες της συνοικίας.

Πηγή: ΑΠΕ/ΜΠΕ
Αναδημοσίευση: nooz.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Next page