Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

«Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, πάντα τραγουδάω»


Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΥΣΙΚΗ

Κάποιος που του αρέσει να γράφει στίχους, να γράφει μουσική, να τραγουδάει, ακόμη κι αν δεν έχει να φάει, αλλά μπορεί να κάνει αυτό που τον εκφράζει, «γεμίζει» μέσα του, δηλώνει στη «Σημερινή» ο Μπάμπης Τσέρτος

Η Ελλάδα ποτέ δεν απέκλεισε κάτι καλό που της ερχόταν από κάπου αλλού. Νομίζω ότι το μεγαλείο της είναι αυτό. Ότι καταφέρνει πάντα να συνθέτει ως σταυροδρόμι στη φιλοσοφία και στη τέχνη



Σεμνός, χαρισματικός, ήρεμος. Με αυτές τις τρεις λέξεις θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει έναν ερμηνευτή κι έναν μουσικό, ο οποίος έχει καταγράψει ήδη χιλιάδες χιλιόμετρα στην ελληνική μουσική σκηνή. Όταν στη σημερινή Ελλάδα μιλάμε για το ρεμπέτικο τραγούδι, τότε ένας από τους κύριους εκπροσώπους του θεωρείται αναμφισβήτητα ο Μπάμπης Τσέρτος, τον οποίο συναντήσαμε πρόσφατα στη Λευκωσία στο Θέατρο Στροβόλου, λόγω της συμμετοχής του στις παραστάσεις του πολύ επιτυχημένου έργου «Σμύρνη αγαπημένη».

Δεν ψέλναμε αλλά τραγουδούσαμε
Βρεθήκατε στην Κύπρο για να συμμετέχετε στην πολύ επιτυχημένη παράσταση «Σμύρνη αγαπημένη». Δέκα μέρες περίπου στην Κύπρο, ποια είναι η αίσθησή σας από αυτή την εμπειρία;
Η παράσταση στην Κύπρο, παρόλο που οι προδιαγραφές στο θέατρο δεν ήταν τόσο υψηλές όσο στην Αθήνα, που υπήρχαν υπέροχα σκηνικά, νομίζω ότι ταιριάζει πολύ έντονα, συναισθηματικά πλέον, διότι οι μνήμες από την εισβολή του ’74 είναι ακόμη νωπές. Νομίζω ότι η συγκίνηση είναι μεγάλη, όπως και στην Αθήνα. Ίσως μεγαλύτερη, εδώ. Εισπράξαμε και εισπράττουμε πολλή αγάπη από τον κόσμο.

Από τις υμνωδίες στο τραγούδι, πώς έγινε αυτό το ταξίδι;
Ξέρεις ότι ήμουν ψάλτης. Στα χωριά μας, εκείνη την περίοδο, ο πατέρας μου, οι θείοι μου ήταν όλοι ψάλτες. Ψάλτες, δηλαδή, ήταν αυτοί που τραγουδούσαν ωραία. Αυτό ήταν. Αργότερα, όταν ήρθα στην Αθήνα και άκουσα στη Μητρόπολη τον Περιστέρη και άλλους, κατάλαβα ότι εμείς στα χωριά μας δεν ψέλναμε, αλλά τραγουδούσαμε. Από τότε κατάλαβα ότι για να κάνεις και τα δύο θα πρέπει να κοπιάσεις και να μάθεις πολύ καλά αυτές τις διαφορές. Από τότε, λοιπόν, παρότι ακούω Βυζαντινή μουσική και ψαλμωδίες, δεν τόλμησα να ξαναψάλλω, δημόσια.

Πολύ αληθινό έργο τέχνης
Τι σημαίνει για σένα το ρεμπέτικο τραγούδι;
Εκ των υστέρων, ανακάλυψα ότι το ρεμπέτικο τραγούδι είναι το λαϊκό αστικό τραγούδι, δηλαδή είναι το τραγούδι των λαϊκών μαζών στις πόλεις, που δημιουργήθηκε κυρίως τον 19ο αιώνα και λίγο πριν. Άρα, αναπτύχθηκε, κυρίως, στη Σμύρνη και στα λιμάνια της κυρίως Ελλάδας, στον Πειραιά στη Θεσσαλονίκη, στον Βόλο, στην Πάτρα, στην Ερμούπολη. Εγώ, το ανακάλυψα στην αυθεντική του μορφή μετά το 1974, όταν εξαιρετικοί συλλέκτες, όπως ο Κουνάδης και πολλοί άλλοι, επανέφεραν στη δισκογραφία τις αυθεντικές εκτελέσεις από το ’40 και πριν.
Εκεί άρχισα να καταλαβαίνω τη δύναμη αυτού του τραγουδιού. Νομίζω ότι το σημαντικότερο πράγμα, εκτός από τις υπέροχες μελωδίες, που είναι συνέχεια αυτής της υπέροχης παράδοσης, που έχει η χώρα μας, ήταν και η έλλειψη κάθε είδους υποκρισίας. Ήταν ένα πολύ αληθινό έργο τέχνης. Οι ρεμπέτες δεν είχαν πρόβλημα να πουν αυτά που συνέβαιναν ή αυτά που συμβαίνουν σε μια κοινωνία, ακόμα και γι’ αυτά που συνέβαιναν στους ίδιους. Νομίζω ότι αυτό στην πορεία το χάσαμε.

Σωτηρία Μπέλλου, Τάκης Μπίνης, Άννα Χρυσάφη, Καίτη Γκρέι ήταν δάσκαλοι, ήταν συνεργάτες;
Ήταν δάσκαλοι. Τους γνώρισα σε μικρή ηλικία. Εκείνοι ήταν σε μεγαλύτερη. Προφανώς, υπήρξαν δάσκαλοι.

«Πίνω και μεθώ», ένα τραγούδι που σου χάρισε μια μεγάλη καλλιτεχνική καριέρα. Τι κρύβεται πίσω από αυτό το τραγούδι;
Είναι μια πολύ απλή ιστορία, θα έλεγα. Είναι ένα από τα τραγούδια που άκουγα και μάθαινα εκείνη την περίοδο. Το είχα ακούσει στην επανεκτέλεση που είχε κάνει το ’82, ’83 ο Αγάθωνας ο Ιακωβίδης. Δεν είχα ακούσει ποτέ την πρώτη εκτέλεση. Εκ των υστέρων, λέω: ευτυχώς. Το είχα ακούσει μια-δυο φορές τότε που το τραγουδούσε ο αείμνηστος Μπάμπης Γκολές, με τον οποίο δούλεψα κάποια χρόνια. Όπως το έλεγε λοιπόν ο Γκολές, όπως το άκουσα από τον Αγάθωνα, ο οποίος πάντα είναι πιστός στις πρώτες εκτελέσεις, προέκυψε αυτό το «μείγμα». Μια φορά το άκουσε ο αείμνηστος Αριστείδης Μόσχος. Πήγα να με ακούσει. Μόλις άκουσε το «Πίνω και μεθώ», ενθουσιάστηκε. Το έβαλα αμέσως σε ένα δίσκο, το έβαλα στην τηλεόραση κι από κει και πέρα προχώρησε. Τόσο απλή ιστορία. Έτσι γίνονται αυτά.

«Δεν έχω μάθει να βάζω τείχη στη μουσική»
Παρακολουθείς το σημερινό ελληνικό τραγούδι; Έχει ελπίδα; Βλέπεις φως στην άκρη της σήραγγας;
Ομολογώ ότι δεν προλαβαίνω να παρακολουθήσω όλο το νέο τραγούδι. Επιλεκτικά παρακολουθώ μερικά πράγματα γιατί η κύρια ενασχόλησή μου είναι με τα ρεμπέτικα, τα ελαφρά, τα παλιά παραδοσιακά τραγούδια. Ο πλούτος σε ποσότητα και ποιότητα αυτών των τραγουδιών χρειάζεται πολύ χρόνο. Έχω γνωρίσει, όμως, νέους ανθρώπους, σπουδαίους και μορφωμένους, οι οποίοι, νομίζω, ότι θα αποτελέσουν το μέλλον της επόμενης γενιάς. Εμείς είμαστε μια άλλη γενιά.
Δηλαδή, κρίνουμε με τους όρους των τριάντα σαράντα χρόνων πριν και -ίσως- να μην μπορούμε να καταλάβουμε πολύ εύκολα τα καινούργια που έρχονται. Γνωρίζοντας, όμως, πολλούς νέους ανθρώπους με μεράκι και ταλέντο θα έλεγα ότι είμαι αισιόδοξος, γιατί η φουρνιά των νέων αυτών ανθρώπων είναι πολύ καλά διαβασμένοι, μορφωμένοι και αγαπούνε το καλό τραγούδι. Ωστόσο, αυτοί οι άνθρωποι δεν φαίνονται στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Αυτό είναι το πρόβλημα στην Ελλάδα. Πάντα συνέβαινε αυτό.
Η Ελλάδα ποτέ δεν απέκλεισε κάτι καλό που της ερχόταν από κάπου αλλού. Νομίζω ότι το μεγαλείο της είναι αυτό. Ότι καταφέρνει πάντα να συνθέτει ως σταυροδρόμι στη φιλοσοφία και στη τέχνη. Αυτή την εποχή, με την παγκοσμιοποίηση, ελπίζω ότι φωτεινά μυαλά και σπουδαίοι καλλιτέχνες θα ενσωματώσουν πολλά ωραία πράγματα.

Έχει συνέχεια στη διαδρομή του αυτό που λέμε λαϊκό και ρεμπέτικο τραγούδι, σήμερα;
Έχει συνέχεια. Εγώ δεν έχω μάθει να βάζω τείχη στη μουσική. Δηλαδή, όταν εμφανίσθηκε ο Θεοδωράκης, ο Χατζηδάκις, ο Κουγιουμτζής, ο Λοΐζος, ο Σπανός πού «πάτησαν»; Αυτοί, κατά κάποιο τρόπο, έφεραν με τις σπουδές τους την ευρωπαϊκή μουσική, όπως τη λέμε, με τη διαφορετική της αρμονία. Έγραψαν πάνω σε δρόμους λαϊκούς. Οι ρυθμοί τους ήταν λαϊκοί. Ήταν συνέχεια του ρεμπέτικου. Η «Δραπετσώνα» δεν θα μπορούσε να είναι ένα τραγούδι που να είχε γράψει ο Βασίλης Τσιτσάνης; Το «Μια Κυριακή» του Σπανού, «Ο αητός» του Χατζηδάκι, δεν θα μπορούσαν να είναι μια συνέχεια; Το ρεμπέτικο δεν είναι ένα πράγμα. Λέει ο Παναγιώτης Κουνάδης ότι: μετά από τόση μελέτη η άποψή μου είναι ότι το ρεμπέτικο δεν είναι ένα είδος μουσικής. Είναι γένος μουσικής και περιλαμβάνει πολλά είδη μέσα.
Το ρεμπέτικο, λοιπόν, επηρεάστηκε πάρα πολύ από όλα τα ακούσματα της εποχής του 19ου και της αρχής του 20ού αιώνα. Από το ’50 και μετά, που σιγά-σιγά «φεύγουν» οι πρώτοι δημιουργοί του, επηρεάζει όλους τους μεγάλους Έλληνες λαϊκούς καλλιτέχνες.

Βιώσαμε μια περίοδο ψεύτικης ευμάρειας
Ζεις σε μια κουρασμένη και αποδυναμωμένη Ελλάδα. Ένας άνθρωπος της μουσικής πώς βιώνει αυτήν τη δυσκολία σήμερα;
Συναισθηματικά, θα έλεγα, τα πράγματα είναι δύσκολα, με την έννοια ότι δίπλα σου βλέπεις ανθρώπους δυστυχισμένους, ενώ πριν από δύο-τρία χρόνια η κατάσταση ήταν διαφορετική. Νομίζω, όμως, ότι εμείς που ασχολούμαστε με τη μουσική, άλλοι άνθρωποι που ασχολούνται με άλλη μορφή τέχνης, είμαστε τυχεροί. Δηλαδή, κάποιος που του αρέσει να γράφει στίχους, να γράφει μουσική, να τραγουδάει, ακόμη κι αν δεν έχει να φάει, αλλά μπορεί να κάνει αυτό που τον εκφράζει, «γεμίζει» μέσα του. Δεν ξεχνώ ποτέ ότι ο Μητσάκης, ο Τσιτσάνης και πολλοί καλλιτέχνες εκείνης της περιόδου, που έζησαν σε συνθήκες πολέμου και φτώχειας, δούλευαν δέκα ώρες την ημέρα για ένα πιάτο φασολάδα. Κι εκείνη την περίοδο έγραψαν τα πιο ωραία τους τραγούδια.
Θα έλεγα ότι το πρόβλημα είναι ότι βιώσαμε μια περίοδο ψεύτικης ευμάρειας. Εκπαιδεύσαμε τον κόσμο στο εύκολο κέρδος με μικρή προσπάθεια. Κατά την άποψή μου υπάρχει πρόβλημα στη σχέση με το λαϊκό τραγούδι. Τι σημαίνει λαϊκό τραγούδι; Να βρεθεί ένας ωραίος και γνήσιος τρόπος, δηλαδή ένας στιχουργός ή ένας τραγουδιστής ή ένας συνθέτης να εκφράσει, αυτό που λέμε, το λαϊκό αίσθημα. Όταν οι περισσότεροι εκπρόσωποι αυτού του είδους ζουν σε παλάτια, είναι πολύ δύσκολο να εκφράσουν το λαϊκό αίσθημα. Αυτή είναι η ζωή, όμως. Αλλά τώρα, βλέπεις, γίνεται ξανά τούμπα και θα βγουν οι νέοι άνθρωποι, που στις συνθήκες αυτές θα ξαναγράψουν. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να δημιουργούμε συνθήκες κακές για να γράψουμε καλό λαϊκό τραγούδι. Δυστυχώς, η ζωή μάς τα έφερε έτσι.

Όπου πας κι όπου σταθείς βομβαρδίζεσαι από το ευτελές τραγούδι. Εσύ, πώς αντιμετωπίζεις αυτό το φαινόμενο και ως ερμηνευτής και ως άνθρωπος;
Εδώ και πολλές δεκαετίες, γιατί δεν είναι καινούργιο φαινόμενο, πάντα υπήρχε αυτό το τραγούδι, δεν το ακούω καν. Μου έχει τύχει να κάθομαι σε κάποιο μέρος να πιω καφέ, γιατί δεν βρίσκω κάπου αλλού να καθίσω, και να ακούγονται αυτά τα τραγούδια, γιατί αυτά παίζουνε. Αν δεν έχω κάτι δικό μου να ακούσω από τα ακουστικά ή κάτι να διαβάσω, εξακολουθώ να μην ακούω.
Επίσης, δεν συμμετέχω σε καμιά εκδήλωση και δραστηριότητα αυτού του είδους, ούτε για πλάκα. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια πολλοί είναι εκείνοι που λένε: «Εντάξει, μωρέ. Πάμε να κάνουμε πλάκα». Επειδή το θεωρώ πολύ σοβαρό αυτό, όχι μόνο δεν πηγαίνω, αλλά προσπαθώ να τους αποτρέψω λέγοντάς τους ότι: «Δεν το κάνεις για πλάκα. Πηγαίνεις γιατί, κατά βάθος, ίσως σου αρέσει».

Ποια διαφορά βρίσκεις ανάμεσα στη μελοποίηση και στη στιχουργική της εποχής του Τσιτσάνη και της σημερινής εποχής;
Δεν είμαι και πολύ ειδικός για να βρω αυτές τις αποχρώσες διαφορές. Αυτό που θα έλεγα είναι ότι ο Τσιτσάνης και πολλοί άλλοι εκείνης της περιόδου έγραφαν οι ίδιοι στίχους. Υπήρχαν, παρά τις όποιες δυσκολίες και αντιξοότητες, οι παρέες. Καλλιτεχνικές παρέες, ίσως, με την έννοια ότι ήταν μαζί, χωρίς απαραίτητα να αγαπιούνται.
Εξαιτίας των αναγκών και των συνθηκών οι άνθρωποι ήταν αναγκασμένοι να ζουν πιο κοντά. Νομίζω ότι ο Τσιτσάνης ως καινοτόμος, καθιέρωσε, παρόλο που υπήρχε και πριν, το ρεφρέν στο τραγούδι, το οποίο ήρθε από την Ιταλία ή τη Γαλλία - δεν θυμάμαι καλά. Αυτή ήταν η καινοτομία του και πολλές άλλες που έκανε στην αρμονία και στον τρόπο με τον οποίο παίζονταν τα τραγούδια. Σήμερα έχουμε πολλές σχολές. Πολλούς επηρεασμούς. Άλλους καλούς, άλλους κακούς.
Εγώ, με την ξένη μουσική δεν έχω πολύ καλή σχέση. Δεν έμαθα Αγγλικά. Τα ροκ δεν μου αρέσουν πολύ, εκτός από κάποιες μπαλάντες. Ωστόσο, ακούγοντας ορισμένα τραγούδια νεο-ροκ μού αρέσει πολύ ο στίχος τους, ενώ η μουσική τους δεν μου αρέσει ιδιαίτερα. Ο στίχος τους μου αρέσει ίσως, επειδή εγώ ασχολούμαι με αυτού του είδους την άλλη μουσική, να μην μπορώ να καταλάβω. Αλλά πολλές φορές έχω ανακαλύψει στίχους πολύ καλούς σ’ αυτά τα καινούργια ροκ τραγούδια.

Υπήρξαν πολλές λυτρωτικές στιγμές
Κι ως μαγνήτης σε φέρνει ξανά και ξανά στην Κύπρο. Τι είναι η Κύπρος για σένα;
Η Κύπρος, κατ’ αρχήν, είναι Ελλάδα. Είναι ένας Ελληνισμός πανάρχαιος. Για μένα, που είμαι Αρκάς κι έχω διαβάσει την Ιστορία, ξέρω ότι οι πρώτοι Έλληνες είναι Αρκάδες και ότι υπήρχε η αρχαία αρκαδική κυπριακή διάλεκτος. Εμείς μεγαλώσαμε έντονα με το πρόβλημα της Κύπρου, με την εισβολή, με όλα αυτά που συμβαίνουν. Επομένως, η συναισθηματική φόρτιση και το δέσιμο με την Κύπρο είναι έντονα. Συναισθηματικά και πολιτιστικά, νομίζω ότι είμαστε πολύ κοντά στην Κύπρο.

Νέος δίσκος σε μουσική του φίλου σου και συνεργάτη Ανδρέα Κατσιγιάννη. Δώσε μας μια αίσθηση αυτού του ταξιδιού που αναμένεται να δρομολογηθεί σύντομα.
Είμαι ένας άνθρωπος που έχει κάνει ελάχιστες νέες δουλειές, γιατί το 80% αυτών που έχω κάνει είναι επανεκτελέσεις. Με τον Ανδρέα είμαστε φίλοι και συνεργάτες από το 1997-98. Πολύ μικρός ο Ανδρέας ήρθε να παίξει σε ένα δίσκο μου. Στη συνέχεια παίξαμε σε κάποιες παραστάσεις με τον Παναγιώτη Κουνάδη για τη Σμύρνη στο Κατράκειο. Ο Ανδρέας έκανε την Εστουδιαντίνα. Εγώ, είμαι από τους πρώτους -μπορεί να είμαι και ο πρώτος- που τραγούδησε στη Νέα Ιωνία του Βόλου, στην πρώτη συναυλία της Εστουδιαντίνας το ’99 ή το 2000 - δεν θυμάμαι καλά. Από τότε, με τον Ανδρέα έχουμε παίξει πολλές φορές. Έχω τραγουδήσει και πολλά του τραγούδια. Ποτέ, όμως, δεν κάναμε ολοκληρωμένο δίσκο.
Πριν από δυο-τρία χρόνια, τότε που παίζαμε στον Βόλο μια φορά την εβδομάδα, ήρθε η ιδέα να κάνουμε μαζί ένα δίσκο. Έτσι, ξεκίνησε αυτή η ωραία συνεργασία και διαδικασία. Ο Ανδρέας έχει μεγάλο ταλέντο στη σύνθεση και είναι σπουδαίος μουσικός. Είναι, κατά κάποιο τρόπο, αυτό που έλεγα πριν: ένας άνθρωπος με γνώσεις τόσο της παραδοσιακής όσο και της νεότερης μουσικής. Υπάρχουν πολλά τέτοια παιδιά. Αλλά όταν έχεις και το ταλέντο να συνθέτεις, νομίζω ότι ο Ανδρέας μεταφέρει τον παραδοσιακό κόσμο της μουσικής στο σήμερα με σύγχρονο τρόπο. Νομίζω ότι είναι η υγιής διαδικασία για δημιουργία.

Ποια ήταν η πιο λυτρωτική σου στιγμή στη μουσική σου πορεία;
Δεν μπορώ να απαντήσω αυτή την ερώτηση. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, πάντα τραγουδάω. Από τότε που άρχιζα να παίζω μπουζούκι, πάντα παίζω και τραγουδάω είτε στις ταβέρνες, είτε στο θέατρο τώρα, είτε οπουδήποτε. Νομίζω ότι η μεγαλύτερη ανάγκη της ζωής μου και ο καλύτερος τρόπος έκφρασης για μένα είναι η μουσική. Γενικά, είμαι δειλός άνθρωπος. Ό,τι ήθελα να εκφράσω προς τις γυναίκες ή προς οπουδήποτε, το εξέφραζα με καλύτερο τρόπο μέσα από τη μουσική. Άρα, υπήρξαν πολλές τέτοιες στιγμές λυτρωτικές. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω καμία.

Κι είσαι πολύ τυχερός! Σε ευχαριστώ!

ΠΗΓΗ: www.sigmalive.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Next page