Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

«ΜΑΚΑΜΙΚΗ …ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ …ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ!».

Γράφει ο Μπάμπης Κ.Μώκος

Όσο κι’ αν ορισμένοι ερευνητές – ιστοριοδίφες ισχυρίζονται το  αντίθετο, αποδειγμένα  δεν  συναντάται εξ υπαρχής ελληνικότητα στην προέλευση  του σύνθετου αυτού μουσικού-μακάμικου, βυζαντινού  ύφους – ρεμπέτικου .  

Αποτελεί  αυθαίρετη και ενδεχόμενα αίολη  ιστορική  «υπέρβαση»  από  τον  Ι.  Παπαρηγόπουλο, το γεγονός   ότι   εξέδωσε  την 1η  Ιστορία  του Ελληνικού Έθνους, «βγάζοντας»  όλη τη Βυζαντινή περίοδο «ελληνική».  Αμφισβητείται ως τα σήμερα  η προσπάθειά του να  αποκαταστήσει δήθεν τη  χρονική  επικοινωνία  με τους αρχαίους και έτσι να «θεμελιώνεται  ότι  ελληνικό έθνος  υπάρχει από την αρχαιότητα».

Τότε δεν υπήρχαν έθνη. Και η όποια μουσική παιδεία (πόλεων-κρατών) ήταν νηπιακή και άναρχη.
Για την ιστορία ,οφείλει να αναφερθεί ότι  για τον ελληνισμό η  έννοια του έθνους είναι σχετικά «σύχρονη». Προέκυψε συντεταγμένα με την αναγνώριση-υιοθέτηση των βασικών αρχών της Γαλλικής  Επανάστασης  οπότε  σε εύθετο χρονικό διάστημα η νομιμοποίησή της «εγένετο  δια  της βουλήσεως του ελληνικού λαού».
Είναι από τα βασικά χαρακτηριστικά της Θεσμικής Ιστορίας της Ελλάδας (1822) («Σύνταγμα  των Φιλελλήνων»-Μαυροκορδάτος).  Η πρωτοφανής,εξ άλλου, θετική κοινωνική δομικότητα της Βυζαντινής  αυτοκρατορίας   παρέπαιε  μετά   την  επικράτηση των Ρωμαίων  και η Κωνσταντινούπολη, αποκαλούμενη  τότε «Νέα Ρώμη», από εκλάμπουσα, υπέστη φθορά καταλυτική, σε συνδυασμό με  τις εκδηλούμενες  τότε δυναμικές διαθέσεις επεκτατικότητας των Τούρκων προς τη  δύση. (Απότοκα της   Pax Othomanika  που η  τουρκική πολιτική ενστερνίζεται  και  πασχίζει «παντοίω τρόπω» να εφαρμόσει  μέχρι τις ημέρες μας).

Και βέβαια, όπως  η κ. Γλύκαντζη –Αρβελέρ διατείνεται, ποτέ η  Βασιλεύουσα  δεν εγκατέλειψε την ελληνικότητα και τις αρχαϊκές δομές παιδείας και πολιτισμού, ωστόσο η  βίαια Οθωμανική  επιβολή  ανέτρεπε  τα πάντα. Οι αντοχές, όμως, του ελληνισμού, κύρια  όπως  στα εκκλησιαστικά δρώμενα καταγράφεται, οφείλονται  στους  εκτός  Πόλης «πεφωτισμένους  ηγέτες» θρησκευτικούς, εκκλησιαστικούς, αυτοκρατορικούς  κ.λ.π., ορισμένοι  από τους  οποίους αναδείχθηκαν  σε  πρωταρχικούς θεματοφύλακες  συνέχειας  της  ελληνικότητας . 
Αποδειγμένα καταφαίνεται  ιστορικά  ότι  η  διατήρηση  με  κάθε  τρόπο  και μέσον  της  ελληνικής  γλώσσας  υπήρξε  μέλημά τους πρωταρχικό. Τούτο είχε ενστερνιστεί το  απλό λαϊκό στοιχείο που στην καθημερινότητά  του, στις  συναλλαγές  του, στην κοινωνικότητά του χρησιμοποιούσε (όπως προαναφέρθηκε), έστω και με εμφανή κίνδυνο σαν κύρια γλώσσα την ελληνική χωρίς βέβαια να έχουν συνειδητά συσχετίσει την ονοματολογική τους ταυτότητα με το ό,τι αφορούσε την ελληνικότητά τους.

Σε ότι αφορά την μικρή ολίγιστη γεωγραφικά τότε Ελλάδα, ντοκουμέντα ιστορικά, αναμφίβολα, ακριβή, αποδεικνύουν, πιστοποιούν, πως ακόμη  και στην αρχή ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους, η σύγχυση στη μουσική έκφραση υπήρξε μεγάλη.  Γι’  αυτό  και η  διερεύνηση  στοιχείων και πηγών  από ειδικούς  λογίζεται  ως τα σήμερα  σαν μακρά, εργώδης, κοπιαστική, επίπονη …περιπέτεια, με συμπεράσματα  κυρίως υποκειμενικά, ελάχιστα αιτιολογημένα η αυθαίρετα.

Στην Πόλη, παρά την συνεχή διερεύνηση άλλων δρόμων εκδηλωτικότητας των Βυζαντινών, τίποτα τελικά  δεν τελεσφορεί. Βασική όπως   προαναφέρθηκε  αιτία  η  στυγνή  αρχικά  Ρωμαϊκή και στη συνέχεια Οθωμανική  κατοχή.  Για τούτο  και οι «Βυζαντινοκρατούντες»  βάλθηκαν  να  αναζητήσουν  επίμονα  λύσεις  «ευχερείς».

Παραπλανητικά  και αβασάνιστα εισάγονται τότε στη «χώρα»  μουσικοί τρόποι  έκφρασης απόλυτα δυτικοί, με το πρόσχημα  σύνδεσής  τους  μέχρι και με την Φρυγική μουσική ρίζα,
που αποτέλεσε  αν  όχι  αδελφή, τουλάχιστον …πρωτεξαδέλφη του  ΤΡΟΠΙΚΟΥ, όπως  προαναφέρθηκε,  ΜΕΤΡΟΥ.

Ο λαός αποστρέφει αρχικά κάθε διάθεση-πρόθεσή του για υιοθέτηση αυτού του τρόπου μουσικής παιδείας, η αντίδρασή του μεγαλώνει και, εν τέλει,  γιγαντώνεται. Αυτοστιγμεί πλέον
από  τους κρατούντες  πιστοποιείται  αναστροφή των πραγμάτων, που  αφού  αρχικά  διαπιστώνουν  στο λαϊκό στοιχείο συμπάθεια  αμέριστη  σε  μουσικούς  τρόπους  εκδηλωτικότητας
απόλυτα βυζαντινούς- μακάμικους, στο τέλος τους υιοθετούν και μη μπορώντας να εφαρμόσουν τα σχέδιά τους, μη έχοντας άλλη  πρόσφορη λύση, υποκριτικά  τους επιτρέπουν.

«Υπεύθυνο», συνεπώς, το Βυζάντιο  για  την αποδοχή-καθιέρωση μουσικών διαθέσεων  των μακαμιών.

Αρα ποιο «λογικά», είδος  μουσικής  έκφρασης  μπορεί  από εδώ και μπρος να αποτελεί από τους κρατούντες  και «χάδι» στους δυτικούς και παραπλανητικό …γεφύρι για τους απλούς βυζαντινούς ανθρώπους; Άμεση, συνεπώς, σκόπιμη  εφαρμογή –σύνδεση των μακαμιών με τη θρησκεία.

Ύμνοι,  ψαλμωδίες, δρώμενα,  κινούνται   πλέον   αδιάκοπα  σε βήματα των μακαμιών, με  ελάχιστη  πρόσμιξη δυτικών μουσικών  διαθέσεων. Ο λαός όμως; Ο  απλός  λαός  με το συνήθως  ισχυρό   αισθητήριο,   έρχεται   ήδη   και   παραμερίζει  από  κάθε  μουσική θρησκευτική εκδήλωση ο,τι δυτικό. Το μακάμι  θριαμβεύει.

Οι  κρατούντες συνειδητοποιούν  ότι  και αρέσει στον  κόσμο–άρα  τον «χαιδεύουν» και στους Δυτικούς να μην έχουν κανένα  λόγο να …απολογηθούν. Γλέντια  ατελείωτα, εκδηλώσεις, θρησκευτικά κατανυκτικά πανηγύρια ψαλμωδίες, εκφράζονται  με  βάση  τους  Σουπιέδες  (υποηχοχρώματα )  χρηστικών  μακαμιών,  στην  απόλυτή  τους  μορφή. Οι  βυζαντινοί διασκεδάζουν  πλέον ανατολίτικα  και  το ύφος λίγο-λίγο περπατάει  προς  νότον,  αγκαλιάζοντας  σχεδόν  όλα  τα  Μικρασιατικά παράλια.

Ιστορικά κοινά αποδεκτή, αποδείχνεται η άποψη πως η βυζαντινή μουσική, ναι μεν «αφουγκράστηκε» και διατήρησε ορισμένα στοιχεία της Αρχαίας ελληνικής, αλλά καταφανέστατα, αναφορικά με την κοσμική, την «μελισματική» της έκφραση, δέχθηκε ποικίλα, πάμπολλα, εμφανή στοιχεία από την Ανατολή. Είναι λοιπόν διαπιστωμένο πως σε πολλά τραγούδια της Πόλης, σου έρχεται η εντύπωση πως τα τραγούδια ερμηνεύονται «βυζαντινά». Οι τραγουδιστές σαν να ψέλνουν.

Στα Σμυρνέικα το φαινόμενο είναι πιο έντονο. (Σημ: Βλέπε δίσκο με τίτλο: «ΑΡΩΜΑ ΠΟΛΗΣ» 39 τραγούδια με άρωμα Πόλης και Ερυθραίας). Όπου προκύπτει σαφής διαχωρισμός της εκκλησιαστικής από την κοσμική βυζαντινή μουσική. Οι μανέδες και τα μακρόσυρτα μινόρε της Σμύρνης δεν είναι όμως ψαλμωδίες.Το πλατύ τους εκφραστικό υπόχρωμα πόρω απέχει από κάθε μέτρο ψαλτικής. Κι’ αν τα «σαμπάχ», σαν πλησιέστερα, όσον αφορά την ερμηνευτική τους σύσταση  και δυναμική, βρίσκονται  πιο κοντά προς το ψαλτικό  μέτρο, δεν σημαίνει ότι ταυτίζονται ολοκληρωτικά μ’ αυτό. Απλά, άλλο ιδιόμορφος λυρισμός και πάθος και άλλο τήρηση κανόνων του ψαλτικού μέτρου.

Πάντως για πληρέστερη και πλέον ενδελεχή διερεύνηση της σχέσης Λαϊκής Αστικής με την βυζαντινή μουσική πρέπει κανείς να μείνει μακριά από ιδεοληπτικές και φαντασιακές παρωπίδες ενός νέο-ορθόδοξου κλίματος. Αρωγός επιχειρημάτων συνηγορίας στα παραπάνω είναι πως στη Βυζαντινή περίοδο η  Εγύκλιος Παιδεία βασίζονταν στο Τρίπτυχο:

1.Αρμονική, που ήταν συνδυασμός μουσικής και μαθηματικών. 2. Αστρονομία και 3. Τα  Γράμματα.

Για τα Γράμματα, η επικρατούσα άποψη ήταν  ότι, χωρίς καμιά υπαγόρευση, χωρίς κανένα περιορισμό από την Υψηλή Πύλη, με απόλυτη διακριτική ευχέρεια, κάθε  πατέρας των  χριστιανόπουλων  και μόνον αυτός ήταν που επέλεγε την εκκλησιαστική η τη «θύραθεν» παιδεία (την εξωεκκλησιαστική) για τη μόρφωση των παιδιών του.

Σημαντικό πάντως και αναμφισβήτητο πως, με τον ένα η η τον άλλο τρόπο, το σύνολο των παιδιών μάθαιναν απαραίτητα μουσική και μαθηματικά.  Στον βυζαντινό χώρο καταγράφονται μουσικές ψυχαγωγικές εκδηλώσεις με ύφος έκφρασης επί μέρους ελληνικού χαρακτήρα, άσχετα αν η νοοτροπία ψυχαγωγίας των Ρωμιών είχε, κυρίως κατά εκκλησιαστική υπαγόρευση σαν βάση  το το ψαλτικό… μέρος. Ίσως, όπως έμπειροι ιστορικοί αναφέρουν, αυτό να αποτελούσε και «πονηράν διέξοδον»  του ελληνικού στοιχείου, ώστε να μετριάζει από τη μία τον καημό από την  τουρκική κτητικότητα και από την άλλη να «περνά» καθ’ αυτό ελληνότροπες  μουσικές κοσμικές διαθέσεις.

Σε κάθε περίπτωση οφείλει ο ερευνητής να προβεί σε βαθειά αναγνώριση του ιστορικού περίγυρου, πρίν καταλήξει σε οποιοδήποτε  συμπέρασμα ψάχνοντας λεπτομερέστερα τη σχέση Ρεμπέτικο-Βυζάντιο-Νεοελληνικό κράτος. Προσωπική μου θέση πως από μουσική άποψη και τα τρία αποτελούν αλληλοτροφοδοτούμενα μέρη μιάς ενιαίας πραγματικότητας.

Σαφής – σαφέστατη αξιολόγηση και ταυτόσημη με τα παραπάνω είναι η γνώμη του Λεωνίδα Κιούση, εξέχοντος ειδικού ερευνητή, συγγραφέα και βιρτουόζου μουσικού, όπως αποσπασματικά παρατίθεται παρακάτω:

»»…Ο ελληνισμός είτε πρόκειται για την αρχαιοελληνική εθνότητα, είτε για Μεσαιωνική Εθνότητα, είτε για ελληνικό έθνος, είχε κάποια σταθερά χαρακτηριστικά που του έδιναν την ταυτότητά του, που το έκαναν αυτό και τα μέλη του διαφορετικό σύνολο από τα γειτονικά του.΄Εχοντας πάντα για επίκεντρό του το Αιγαίο και τους ανοιχτούς θαλάσσιους δρόμους, ζούσε πάντα ανακατεμένος με τους άλλους λαούς και ήταν πάντα πρόθυμος να ενσωματώσει τα επιτεύγματά τους και να τα αναπτύσσει με τον δικό του πρωτότυπο τρόπο. Μπορεί η χρονική πορεία του Ελληνισμού να ήταν πορεία συγκροτήσεων, διαλύσεων και πάλι συγκροτήσεων, μα ποτέ ο ελληνικός λαός δεν έπασχε από μουσικό «συντηρητισμό».
Πάντα ήταν πρόθυμος να ενσωματώσει τα επιτεύγματα του ιστορικού του χώρου…
»» …Επειδή τα Βαλκάνια ήταν κοινός χώρος – η τομή του ιστορικού χώρου της Ευρώπης και του ιστορικού χώρου της ανατολικής Μεσογείου, όσο η κοινωνική και πολιτιστική πρωτοπορία ανήκε στην Ανατολή, οι Ανατολίτικες υιοθετήσεις και στη μουσική  πέρασαν από τα Βαλκάνια-Αιγαίο και έγιναν τα θεμέλια του Δυτικού πολιτισμού και της μουσικής του. Μα και αργότερα, όταν αυτή την πρωτοπορία την έχασε η Ανατολή και την άρπαξε η Δύση με την αποικιοκρατία, τα Βαλκάνια ήταν οι πρώτες χώρες της Ανατολής που υιοθέτησαν και τα
επιτεύγματα  της δύσης.

Όταν παίζουμε, ακόμα και χορεύουμε ρεμπέτικο, που είναι όλο βασισμένο σε μακάμια – δρόμους, που στο δυτικό αυτί ακούγεται  σαν βαλκανική μουσική με Ανατολίτικες επιδράσεις εκτός του ότι κάνουμε ιστορία, ξεθάβουμε από το ασυνείδητό μας τον ιδιο μηχανισμό που πυροδοτεί συναισθήματα εδώ και χιλιάδες χρόνια και συνάμα καλλιεργούμε, θέλουμε δεν
θέλουμε τους δεσμούς μας –και η ιστορία λέει ότι έχουμε τέτοιους κι’ ας μην το παραδεχόμαστε-με τα εκατομμύρια ΄Αραβες, Πέρσες, Τούρκους, Αρμένηδες, Καυκάσιους και Βαλκάνιους,αλλά και Ευρωπαίους, όπως γίνονταν πάντα, πάνω στα ίδια αρχέτυπα, περί  του τι είναι, τι «μου αρέσει»,  «εκστασιάζομαι», γουστάρω, μορφώνομαι και εκπαιδεύομαι, απολαμβάνω, περί του τι είναι τελικά «η καλή ζωή» ,μα όλες οι χαρές και οι λύπες της».

Διατονικά  χρωματικά  εναρμόνια  μακάμια  εκφράζονται την ίδια  εποχή  στην Αίγυπτο, Συρία, Τουρκία, Αρμενία, Καύκασο (τα  τοπωνύμια  σημερινά). Όπως , εξ  άλλου, ιστορικά
αναφέρεται, ακόμα  και  το πρώτο λογοτεχνικό  έπος της ανθρωπότητας το Γιλγαμές, καθώς και  η Ιλιάδα, η  Αγία  Γραφή και το Κοράνι εκφράζονται μακάμικα. Κοινή, ως γνωστόν
η  πολιτισμική   μήτρα  Ανατολικής  Μεσογείου  και  Δυτικής Ασίας,  έστω  και  αν μέχρι σήμερα  παραμένει η σύγχυση της «συγκερασμένης  πολυφωνικής »  ανάμεσα  στον Δυτικό  και
Αφρικανικό κόσμο. Το  φαινόμενο  της Συριακής Πολυηχίας (οκτώ -8-ήχοι), είναι  ως τα σήμερα βασικός άξονας καλλιέργειας  μουσικής στη  Μέση  Ανατολή  και  Εγγύς Ανατολή, τα
Βαλκάνια, τον Αραβικό  και  Ισλαμικό κόσμο.

Η μουσική γλώσσα είναι οικουμενική. Κάθε χροιά μελωδική απ’ όπου κι’ αν προέρχεται αγκαλιάζεται, σμίγει, αδελφώνεται με  ακούσματα διπλανών ανθρώπων. Ανθρώπων από γειτονικά η μακρύτερα μέρη. Είναι ο ύψιστος νόμος της μουσικής.
Δεν υπάρχουν λαοί, έθνότητες, κράτη, όρια που να περιχαρακώνουν μουσικά δρώμενα. Εδώ οι πολιτισμοί…συνομιλούν. Το κουβάρι της μουσικής θα τρέχει, θα ξετυλίγεται για χιλιόμετρα και χιλιόμετρα ακόμη παγκόσμια. Για πόσο; Ενας θεός ξέρει.
Του Μπάμπη Μώκου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Next page