Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

ΚΟΣΜΙΚΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ H «ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ» ΜΟΥΣΙΚΗ» ΜΑΚΑΜΙΑ και ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ! - του Μπάμπη Μώκου


 Το «οινικόν , περίοπτον ες Ρωμανίαν  ορίζεται»=Το κρασί θεωρείται σπουδαίο στο Βυζάντιο . Απέραντες εκτάσεις με αμπελώνες , κύρια καλλιεργούμενους από μοναχούς παράγουν εκλεκτά κρασιά. Την αμπελουργία (Βλ.Κεφάλαιο «Οινοφιλοσοφία»-«Οινοδιαδρομή» κ.λ.π.),…θεράπευαν πρωταρχικά  οι μοναχοί θεωρούντες το κρασί ως «έτερον της Αγίας Κοινωνίας λατρευτόν στοιχείον κατά πρόσμειξιν…».

Και οι απλοί όμως λαικοί κατείχαν μεγάλες εκτάσεις αμπελιών. Άλλωστε το Βυζάντιο έκανε και εξαγωγή κρασιών.
(«Μεγίστην τοις άλλοις οινικήν καπηλείαν*  διέθετεν».).
Οι Βυζαντινοί, όπως θα λέγαμε σήμερα, ήταν «κρασοκανάτες». Σε κάθε ανεπίσημο η επίσημο γεύμα η δείπνο το κρασί ήταν απαραίτητο. Στις παρέες , στα μιμαρεία * στα καπηλειά*, στις πλατείες κατανάλωναν ποσότητες «οίνου εν θέρμη» (έπιναν πάντα το κρασί ζεστό) και ποτέ νερωμένο.

Είναι περίφημο και ονομαστό το είδος «Κόνδικτος» (Κρασί με μέλι και πιπέρι). Ονομαστό θεωρούσαν  και είδος κρασιού με το όνομα «Μαλβαζίας οίνος», συγγενές  προς  τον «Ιπποκράτειον Οίνον» των αρχαίων Ελλήνων. (Σημ: Παράγεται πιστοποιημένο με Π.Ο.Π.ακόμη στη νότια Πελοπόννησο).

Είχαν πάντως την προνοητικότητα ,πριν πιουν, να καταναλώνουν διάφορες τροφές και κυρίως ωμό κραμβολάχανο  και πικραμύγδαλα για να μη μεθούν. Μεγάλη σημασία έδιναν στη συντήρηση  του κρασιού . Γι’ αυτό και στα …κελάρια τους, είχαν ειδική φροντίδα (φως, θερμοκρασία, σκεύη αποθήκευσης  κ.λ.π.) και δεν επέτρεπαν σε όποιον κι’όποιον να μπαίνει σ’ αυτά. Γυναίκες τις…κρίσιμες ημέρες τους , απαγορεύονταν αυστηρά να πλησιάζουν τις …κρασοστίβες. Το θεωρούσαν προσβολή και… γρουσουζιά (;) και σε περίπτωση που συνέβαινε το αντίθετο, δηλαδή θηλυκό με έμμηνο ρήση να κατέβει στο κελάρι  και  να «χαλάσουν» τα κρασιά, τις θεωρούσαν ακραία υπεύθυνες!!!.

Σημ: Είναι γεγονός αξιοπερίεργο και σε σχετική ερώτηση του υπογράφοντα προς σημερινούς έμπειρους οινοποιούς, η εξήγησή τους είναι απλή : Το κρασί στο διάστημα που «βράζει»-ωριμάζει, οποιαδήποτε μυρωδιά στο χώρο αποθήκευσης, έστω και εκλεπτυσμένη, είναι σε θέση να την αρπάξει να την αφομοιώσει (;) και αυτό να προκαλέσει αλλοίωση των οργανοληπτικών του χαρακτηριστικών σε βάρος του …χαρακτήρα του, της ποιότητάς , της γευστικής επίγνωσής του κ.λ.π..-

Οι Βυζαντινοί το κρασί το έπιναν «από καυκίου βάσεως ελαχίστης», δηλαδή το σέρβιραν στα ποτήρια μέχρι τη μέση και προς τα κάτω και όχι ως απάνω στα χείλη, ώστε να απολαμβάνουν τα αρώματά του.  Ένα απ’ αυτά τα ποτήρια το ξεχώριζαν, το είχαν «εν  θέσει ιδιαζούση», δηλαδή ήταν το…προσωπικό ατομικό τους ποτήρι και το ονόμαζαν «καύκο» η «καυκίον».

Σημ: Εθιμικά το ίδιο συντηρείται ως τα σήμερα σε όλη την  Κρήτη. Μάλιστα οι Κρητικοί έχουν γι’ αυτό να λένε: «Γιομίζουμε το κρασοπότηρο μέχρι τη μέση, για να μη φτάνει να  βρέξει …ο διάολος τα πόδια του»!!!

Αναφέρεται από τους ιστορικούς γεγονός  χαρακτηριστικό, όπου στον Βυζαντινό Ιππόδρομο ο Δήμος (ο λαός) τραγουδά σκωπτικά προς τον μέθυσο αυτοκράτορα Φωκά: «Πάλιν τον καύκιον έπιες, πάλιν τον νούν απώλεσας». Όπου ο Φωκάς εκνευρισμένος ανταπαντά στον κόσμο χυδαία και εξοργίζει τον Ηράκλειο ο οποίος διατάσσει την εκτέλεσή του.

Το γεγονός πως το κοσμικό Βυζάντιο δεν μας άφησε αρκετά «κοσμικά υπολλείμματα»-μνημεία ύπαρξής του (κτίρια, θέατρα, λουτρά, χώρους διασκέδασης-ψυχαγωγίας κ.λ.π.), παρά μόνον εκκλησίες σαν  δείγματα αντίληψης θεοκρατισμού, δεν σημαίνει πως οι Βυζαντινοί υπολείπονταν σε εκδηλώσεις κοσμικότητας .

Το Βυζάντιο δεν ήταν μόνο θεοκρατικό, πνευματικό, παπαδοκρατούμενο, σκυθρωπό, δύσθυμο, μελαγχολικό, βλοσυρό.

Ο κόσμος λάτρευε την παρείστικη κοσμική μουσική και διασκέδαζε, τραγουδούσε, όχι μόνον προσεύχονταν. Οι Βυζαντινοί δεν ήταν μόνο θεοσεβείς αλλά και υπέρ το δέον φιλάρεσκοι. Σε κοινωνική διαστρωμάτωση αποδέχονταν και τη χλιδή και την ανατολική εξωτικότητα και «το έριχναν έξω» κρασοπίνοντας και διασκεδάζοντας παρείστικα, συνοδεία οργάνων.
Πιστοποιημένα το Βυζάντιο ήταν και άκρως ερωτικό.

 Χλιδή ανατολίτικη εξωτικοτητα!...
Και μουσικές φόρμες μακάμικες…

Άνθρωποι απλοί  όπως κι’ εμείς, αλλά και ευγενείς και αξιωματούχοι στην καθημερινότητα είχαν σε υψηλή θέση τον έρωτα, το χορό, την ιδιαίτερη ατομική περιποίηση (αρώματα, κοσμήματα, ενδυματολογικά πρότυπα κ.λ.π.) και σε υψηλή, περίοπτη θέση τη μουσική. Ποια όμως μουσική;

Όχι την …θεοκρατική, μα  ενός άλλου είδους  μουσική.Την …εξωτερική, όπως.. διακριτικά ονομάστηκε.Τη λαική παραδοσιακή  μουσική της πλειονότητας των απλών ανθρώπων.

Γι’ αυτό  και  αδιάλειπτα  επιμελώς οργάνωναν, δεν παρέλειπαν με την κάθε ευκαιρία να τιμούν το «ορχείσθαι» και «βαλλίζειν».(«Βαλλίζειν»: Τύπος χορού  κυκλικού  δύο ατόμων γυναίκας και άνδρα, πρόσωπο με πρόσωπο, αντικρυστά, σαν τον σημερινό Αιγαιοπελαγίτικο μπάλλο).

Συνήθως  οι χοροί ήσαν οι κυκλικοί «του συρτού πάτριος όρχησις!».

Συνηθίζονταν πάντως χορός με την ονομασία «πυρίχης», καθώς και ο «Κόρδαξ» (αναφορά του Ζωναρά 10ος αιώ.). (Άμεση σχέση με τον αρχαίο Κόρδακα, κατά πολλούς …πατέρα του σημερινού ζειμπέκικου).

Συνηθέστατα ήσαν  τα τραγούδια του γάμου-υμέναιου, τα επιθαλάμια, οι πατινάδες, τα ευχετικά, τα εργατικά, τα μοιρολόγια κ.α., εκφραζόμενα κατά το μετέπειτα ύφος των αμανέδων, συνοδεία εγχόρδων.

Στοιχεία (τοιχογραφίες κ.α. από το παλάτι του «Βουκολέοντα»-«Νέον», «Χρυσοτρίκλινο»,«Μαγναύρα», «Πορφύρα», (δίπλα από τον Βασίλειο τον Α΄και την Ευδοξία ), περιδιαβαίνουν, μοφοποιούν κοσμικότητα, αποδεικνύοντας καταφανέστατα συμπεριφορές ερωτικές, ορχηστρικές, παρείστικα ψυχαγωγικές συνοδεία οργάνων, όχι εκκλησιαστικών, μα κυρίως εγχόρθων, όπως το κανονάκι, ο ταμπουράς η  τύπος… νέι  κ.α.).

«Στην πόλη και στα μεγάλα αστικά κέντρα της πάλαι ποτέ αυτοκρατορίας  αναπτύχθηκε η λεγόμενη λόγια μεταβυζαντινή και λαική παράδοση που σήμερα ονομάζεται Οθωμανική μουσική, με δημιουργούς σαν τον Πρίγκηπα της Μολδοβλαχίας Δημήτριο Καντεμίρ, τον Πέτρο Πελοποννήσιο Λαμπαδάριο, τον Ζαχαρία τον Χαντενέ, τον Νικολάκη Εφέντη και άλλους από εθνότητες όπως εβραϊκή, αρμένικη η τουρκική. καθώς και της βαθειάς ανατολίας και της Αιγύπτου.

Όλοι οι παραπάνω ήσαν απόλυτοι γνώστες διατονικων και χρωματικών κλιμάκων από άλλους γειτονικούς λαούς, όπως της Μεσσοποταμίας, των Σουμμερίων, Ασσυρίων, Βαβυλωνίων και Περσών, καθώς και της Καρνατικής  μουσικής της Νότιας Ινδίας. Μ’αυτά λοιπόν τα δάνεια και …αντιδάνεια συνέθεταν την  εξωτερική μουσική του καιρού τους, που δεν ήταν παρά μακάμικη μουσική, σαν την μετέπειτα  ρεμπέτικη.         

« Έτσι λοιπόν, ήδη από τον 16 και 17 αιώνα η καλή κοινωνία των ελληνικών αστικών κέντρων της Πόλης, της Σμύρνης, αλλά και του Χάνδακα της Κρήτης διασκέδαζε με τραγούδια και οργανική μουσική που απόρρεε τόσο από τη λόγια Βυζαντινή παράδοση, όσο και από την αναγεννησιακή μουσική του Κρητικού Φραγκίσκου Λεονταρίτη». (Σταθακόπουλος-«Η διαχρονικότητα και οι απαρχές της αρχαίας ελληνικής μουσικής»).

Ο εορτασμός της 1ης Μαρτίου «Μεγάλη και καθολική εορτή, ην σύμπασα εορτάζει ανθρώπων ζωή», ομολογεί ο Γρηγόριος Μύσσης, με ανθοστολισμό σπιτιών, αλλά και «ορχήσεις απρεπείς παρά τινων γυναίων και ανδρών!».

Στα Ροζάλια (Ρωμ.Rozalia) γινόντουσαν «εν ορχήσαι» οι λεγόμενες «ακροάσεις». Αυτή η γιορτή κατηγορήθηκε εντονα ότι αμαυρώνονταν με «ορχήματα  και βεβακχυμένα άλματα και ασχημοσύνας».

Σπουδαίος, ιδιόμορφος ήταν και ο Μ α ι μ ο ν άς (Χορός των Μωμώγερων Ποντίων  που συναντάται και εκδηλούται και σήμερα). Ο Λιβάνιος  τον ονόμαζε «Καλλίστην  όρχησιν», ενώ ο Μαλάλας τον ονόμαζε «χυδαίαν εορτήν οργίων Διονύσου και Αφροδίτης», όπου οι εορτάζοντες «ησχημόνουν κατά πάντα τρόπον και μιμάδες χόρευαν γυμνές η περίπου».

Τεράστια ήταν η αντίδραση στον συγκεκριμένο χορό. Απαγορεύτηκε από τον Κωνσταντίνο τον Α’, τον Θεοδόσιο τον Α΄, αλλά επετράπη τελικά από τον Αναστάσιο τον Α΄.

Με την ευκαιρία οφείλεται να τονιστεί η συμβολή των Θεατρικών χορών στο πρό και μετά Βυζάντιο, που εκφράζονταν με «εξωτερική» ειδική μουσική και μόνον από μίμους (θεατρίνους). Επειδή δε κατά την «όρχησιν» οι στίχοι ήσαν υπαινικτικοί σεξουαλικά, με πολλά πειράγματα, οι θεοκρατούντες συνηρητικοί  έφθασαν να προσομοιάζουν τους μίμους «ωσεί πόρνους και πόρνες κατά μεγίστην αναισχυντίαν! …τερπομένους».

Σπουδαία  εορτή με εξωτερική μουσική αποτελούσαν τα Β ρ ο υ μ ά λ ι α, Απότοκος μίμησης  προς τιμήν του Διονύσου και της Δήμητρας και διαρκούσε από 24 Νοεμβρίου έως 17 Δεκεμβρίου. Κατά τη διάρκεια της  γιορτής οι βυζαντινοί  είχαν να πουν πως ο λαός « εβ ρ ο υ μ ά λ ι ζ ε». (Στα βρουμάλια γεννήθηκε και καθιερώθηκε χορός σαν τον ύστερο γιουρούκικο ζεμπέκικο!).

Στο χριστιανικό πάντως κατοπινό Βυζάντιο  ουδέποτε  έπαυσαν οι εκκλησιαστικοί  να μιλούν για «Διαβολικές ωδές και πορνικά μέλη»!

Άμεση σχέση με την ελληνικότητα έχει η λόγια εξωτερική μουσική του Βυζάντιου. (Κάλαντα, Σκόλια, Επιθαλάμια (αναφέρονται παραπάνω).

Πρωτομάστορες της κοσμικής βυζαντινής μουσικής που χαρακτηρίζεται σαν«μάνα» της σημερινής παραδοσιακής, ανοιχτής Αιγαιοπελαγίτικης, νησιώτικης - ρεμπέτικης – σμυρνέικης, αναδείκνυαν μουσικά και στιχουργικά τις αρετές και την δυναμική του σύμμικτου μουσικού ύφους που καθορίζονταν σαν διαφορετικό από την βυζαντινή εκκλησιαστική  μουσική. Αυτό το είδος ήταν η κοσμική η «εξωτερική», όπως επεκράτησε να λέγεται, βυζαντινή  μουσική και ήταν μουσική συντιθέμενη από δάνεια και ..αντιδάνεια  αρχαίας ελληνικής, καθαρής ανατολίτικης, της βαθειάς ανατολής, καππαδοκικής κ.α.

Οι Ι.Κουκουζέλης, Μανουήλ Χρυσάφης, Ξένος Κορώνης, Νικηφόρος Ηθικός, Γαβριήλ Ξανθόπουλος Ι.Λαμπαδάριος, Γηγόριος Αλυάτης, Γρηγόριος Γλυκύς, ήταν οι περισσότεροι διαμορφωτές της κοσμικής βυζαντινής μουσικής, μιάς μουσικής που σχεδόν στο σύνολό της εκφράζονταν με φόρμες μακαμιών. ΣΗΜ: Πολλές από τις τότε μελωδίες δεν προσομοιάζουν απλά με μουσικές φόρμες των σημερινών  ρεμπέτικων, αλλά  αποτυπώνονται αυτοτελείς, συνθέτοντας και απεικονίζοντας τις μετέπειτα μουσικές διαθέσεις του μικρασιατικού κέρατος. (Πολίτικα  και Σμυρνέικα πρώτα ρεμπέτικα).

Στα Πριγκηποννήσια τον 19ο   αιώνα οι χοροί και οι διασκεδάσεις έδιναν κι’ έπαιρναν έως τις πρωινές ώρες. Άλλες διαρκούσαν μερόνυχτα.

Η εξευγενισμένη νοοτροπία συγχρωτισμού ανδρών και γυναικών στο ίδιο μέρος (ακόμα και στα δημόσια λουτρά), επέτρεπε «άμετρον οινοποσίαν και εν ορχήσαι συνεύρεσιν» των βυζαντινών.

Τα Δημόσια Λουτρά…
Συνοδεία …ταμπουρά!

Οι περιγραφές της Άννας της Κομνηνής (Αλεξ. Ζ΄ΙΙ) είναι χαρακτηριστικές  του ξεδώματος των κατοίκων της πόλης. Στη γιορτή των « Καλένδων», που διαρκούσε από τα Χριστούγεννα έως τις 6 Ιανουαρίου, ο κόσμος  γέμιζε διασκεδάζοντας τα καπηλειά,* την αγορά, τις πλατείες και οι ιδιωτικές και όχι μόνο μουσικές ψυχαγωγικές συγκεντρώσεις ήταν «διαρκείς περίφροντεις και εξαίσιαι»!!

Όπου, επίσης, πόρνες φορούσαν στολές καλογραιών σε πείσμα των αυστηρών απαγορεύσεων.

                                       Βυζάντιο.Εμπορικό σταυροδρόμι.
                                        Καπηλειά και …λαική  μουσική!

Στο Βυζάντιο σαν εμπορικό  σταυροδρόμι, διαπίστωνε κανείς μεγάλη επισκεψιμότητα από λαούς και φυλές κάθε είδους. Αυτοί οι άνθρωποι, πέρα από τις δουλειές τους, αναζητούσαν και τη διασκέδαση, το ξέδωμα. Κυρίως αναζητούσαν γυναικεία συντροφιά, συχνάζοντας στα καπηλειά «μετά γυναικών Δημοσίων». Ο όρος Δημόσια γυναίκα, σήμαινε (όπως και σήμερα), την πόρνη, την ελευθεριάζουσα. Η εκκλησία προέβαλε τεράστια αντίδραση, με συχνές παραστάσεις διαμαρτυρίας προς την Πύλη.
Όμως οι Οθωμανοί και διάφοροι συμφερολάτρες θυμήθηκαν τότε τον «κατ’ ανοχήν βίον» αυτών των γυναικών. (Από εκεί πήραν και τα μπορντέλα την ονομασία Οίκοι Ανοχής, που παρασημαντικά διατηρείται ως τα σήμερα).

Σημ: Βέβαια ο όρος είναι αρχαίος…

Τον ερωτισμό κατά έκφρασιν, τους οίκους ανοχής, τα «ερωτικά συμπλέγματα  και σκιρτήματα» τα συναντούσε κανείς αδιάλειπτα. Πρόχειρα «φύλα» (σαν τις σημερινές σημειώσεις) εδίδασκαν χορόν  «τσαλκάντζες και λυγίσματα» (τσακίσματα της φωνής και του σώματος) και δεν  παρέλειπαν να απεικονίζουν ακόμη και  να  προτρέπουν «εις  άμετρον υιοθεσίαν στάσεων πράξεως ερωτικής». (Όπως περίπου στα σημερινά πορνοπεριοδικά!). (Χωνιάτης)                                                                                                                                                                         
Ήδη από το 1250 οι λαικοί βυζαντινοί μαζί με την διασκέδαση, τους οργανικούς χορούς, επιδίδονταν  και σε αδιάλλειπτη ανάγνωση πλήθους ερωτικών μυθιστορημάτων.

Κατά τον Hang George Beck η καθημερινότητα στο Βυζάντιο περιείχε «μέγιστη δόση χυδαιότητας».
Αναφέρονται  έργα όπως : Υσμινίας και Υσμίνη του Ευμάθιου Μακρεμβολίτη, Ροδάνθη και Δοσικλής του Θεοδώρου Προδρόμου, Δροσίλλα και Χαρικλής του Νικήτα Ευγενιανού, Αρίστανδρος και Καλλιθέα του Κωνσταντίνου Μανασσή  κ.α.

Ο ονομαστός Νικήτας Χωνιάτης υπήρξε περιβόητος εκφραστής ερωτικών διηγήσεων, όπου αναφέρονται συχνές  οινομουσικές  τάσεις εξωτερικής-κοσμικής μουσικής  και σχετικά …δρώμενα.

Σημαντικά είναι στο Βυζάντιο τα ερωτικά λογοτεχνικά έργα από  1300-1540 : Βέλθανδρος και Χρυσάντζα, Καλλίμαχος και Χρυσορρόη, Αχιλληίδα, Βυζαντινή Ιλιάδα, Φλώριος και Πασιφλόη, Σεμίραμις και Αλέξανδρος, Ιμπέριος και Μαργαρώνα, όπου με εκφραστικότητα και γλαφυρότητα περιγράφονται παραστατικά ερωτικές στάσεις και σκηνές, καθώς και «εν ορχήσαι και χορώ σεξουαλικαί  παρεκκλίσεις».

Παρ’ όλα αυτά ο χριστιανισμός, ο νεοπλατωνισμός αλλά και αλλα θρησκευτικά ρεύματα θεωρούσαν την σωματκή έλξη, την ηδονή, την απόλαυση, την οινοποσία, μαζί με κοσμική μουσική απαγορευμένες. (Κανών VΓ. Της εν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου 343-381). «Ότι ου δεί χριστιανούς εις γάμους απερχόμενους βαλλίζειν και ορχείσθαι, αλλά σεμνώς δειπνείν και αριστάν ως πρέπει Χριστιανοίς».

Καίτοι η ορθοδοξία είχε υιοθετήσει το «ταμπού» της παρθενίας, ο ερωτισμός, ο αισθησιασμός, η άμετρη μουσική οινοποσία, οι
διαρκείς  μουσικοδιασκεδάσεις συχνά υπερέβαιναν τις αντιστάσεις  δογματικότητας της  ορθόδοξης εκκλησίας.

Στα  παραπάνω συνηγορούσε το γεγονός πως στις αυλές των αυτοκρατόρων ο έρωτας και η εξουσία, συνομωσίες, ίντρικες και συμφέροντα ήταν οι κυριότερες ασχολίες ανδρών και γυναικών. Ο έρωτας ήταν πάντα συνυφασμένος με τις δολοπλοκίες και οι δολοπλοκίες με τον έρωτα.

Είναι γνωστό το πρότερο παρελθόν της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, η oποία πρίν την στέψη εξέτρεφε, μετά μουσικής, ερωτικά για χρόνια πλήθος δούλων και«περιπατητών της Πόλης» (ήταν καταγέλαστη, περιβόητη πόρνη).

Στα «Ροζάλια» (τοπική γιορτή) οι γυναίκες προσέρχονταν «απαραιτήτως, κατόπιν λουτροθεραπείας  και « κατά μύρον ενδεδυμέναι  δια να καθίστανται καθαραί  και εύκαιραι δι’ ό,τι προκύψει κατά την όρχησιν και τον χορόν».

                                              Δημόσια λουτρά.

Όπου οι γυναίκες βαμένες και ολόγυμνες στροβιλίζονταν εως παραισθήσεως, τραγουδώντας και πίνοντας παρείστικα. («οίνος  και λαλήματα έδιδον την εν ορχήσαι γραμμήν…αμέτρως».                                

Σημαντικός για την εποχή λογίζονταν ο χορός «Γέρανος», που σήμερα χορεύεται στην Πάρο και ονομάζεται «Αγέρανος». Επίσης ο «Μακελάρης», χορός των Μακελάρηδων (εκδορέων και χασάπηδων) με βήματα όπως του σημερινού χασάπικου.
Ιστορικοί παλαιοτέρων χρόνων επεσήμαναν πως «οι λαικοί επίσης μετά βδελυγμίας  ε κ ο ρ δ α κ ι ζ α ν», δηλαδή χόρευαν τον χορό Κόρδακα, πανομοιότυπο του σημερινού ζειμπέκικου.

Στις παραπάνω εκδηλώσεις επικρατούσε το «διασεβάσμιον», δηλαδή ο αλληλοσεβασμός και τιμητική διάθεση και κυριαρχούσε το «πλαίσιον μέτρου», δηλαδή όχι αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές . Είναι βέβαια χαρακτηριστικές οι αναφορές όπου στη διάρκεια των εκδηλώσεων εξυφαίνονταν ειδύλλια ακόμη και από  άτομα διαφορετικού θρησκεύματος.

(Σε αλλοθρήσκους οι επιμειξίες ήταν απαγορευτικές  σε κοινωνίες όπως του μετέπειτα Βυζάντιου ).

Όταν οι πράξεις ωχριούν, οι λέξεις περισεύουν. Μ’ αυτή την μικρή φράση μπορεί να… φωτογραφηθεί, να αποτυπωθεί η κοσμική ζωή στο Βυζάντιο που μόνον… πουριτανιστική δεν ήταν.

Ο Ακαδημαικός Φαίδων Κουκουλές στην πραγματεία του «Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός» -Εκδ.Παπαζήση, αναφέρεται παραστατικά στην ερωτική ζωή της Πόλης, αλλά και ολόκληρου του Βυζάντιου: Αφού μιλά για την Π α λ λ α κ ε ί α και την ευρέως διαδεδομένη πορνεία φθάνει  με λεπτομέρειες στη συνήθεια των Σ υ ν ε ί σ α κ τ ω ν: «Πολίται δηλαδή, αλλά προπάντων κληρικοί και μοναχοί προσελάμβανον εις τον οίκον τους παρθένους μη εχούσας συγγενείς η απροστάτευτους και συνέζων μετ’ αυτών, διαβεβαιούντες ίνα τας προστατεύσωσιν από την πονηρίαν του κόσμου, ως έλεγον…!».

Αυτή την συμπεριφορά καυτηρίασαν κατά καιρούς ο Χρυσόστομος, ο Μ.Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος κ.α.

Εκτενή επίσης αναφορά στην κοσμικότητα του Βυζάντιου συναντά κανείς και σε μία εμπεριστατωμένη μελέτη της Κας Μαρίας Καμπούρη-Βαμβούκου, καθηγήτριας του ΑΠΘ.

Εγκριτοι ονομαστοί βίωσαν  κατά καιρούς στην κοσμικότητα του Βυζαντίου, καταγράφοντας κάθε εθιμικότητα . Πρόκειται για
τους Αρέθιο, Τζέντζη, Ιωάννη Νηστευτή, Κλήμη Αλεξανδέα, Ζωναρά, Λέοντα τον Μεγάλο, Θεόδωρο Στουδίτη κ.α.

Τέτοιας έκτασης ηταν κάποιο καιρό οι κοσμικές διαθέσεις των βυζαντινών  ώστε Ρωμιοί λόγιοι της Ρωμανίας (έτσι ονομάζονταν τότε) μιλούσαν για «βίον άπαντα εορτή αγουσι μίαν».

Ολα βέβαια τα παραπάνω ήσαν καταδικαστέα από την εκκλησία και τους εκπροσώπους της. Χαρακτηριστικό πώς σπουδαίοι εκκλησιαστικοί ταγοί  δεν εδίστασαν  να χαρακτηρίσουν την άλωση και την πτώση της Πόλης ως τιμωρία Θεού (‘Των ημαρτημένων θεικήν παρέμβασιν υφιστάμεθα»). (Γεννάδιος Σχολάριος).

Οι ίδιοι θεωρούσαν την κοσμική συμπεριφορά των Βυζαντινών  ως «ηθικήν έκλυσιν τεραστίαν », εχθρό της πνευματικότητας. Το ορθόδοξο δόγμα όμως αποδέχεται το διφυές, δηλαδή και το πνεύμα και την  ύλη (;). Οπότε ; Άλλωστε, αποδειγμένα, η κοσμική βυζαντινή μουσική δεν ταυτίζονταν οπωσδήποτε με ακραίες συμπεριφορές διασκέδασης. Δεν σήμαινε δηλαδή πως όποιος ήταν συμπαθών σ’αυτού του είδους τις μελωδίες και στίχους ήταν κατ’ ανάγκην έκλυτος.

Αν κανείς μελετήσει την βυζαντινότητα θα διαπιστώσει τεράστια πολιτιστική συμβολή της κοσμικής μουσικής, γιατί αυτή και μόνον σαν προφορική μουσική αποτύπωνε την εθιμικότητα του κοσμικού βυζαντινισμού απ’ αρχής έως και της πτώσης της πόλης, αλλά και μετέπειτα, όπως ήδη καταγράφονταν .

Είναι εκείνη που μαζί βέβαια με την εκκλησιαστική μουσική διαμόρφωσαν μέγα μέρος της  ελληνικής μουσικής παράδοσης  που φθάνει ως τις ημέρες μας και, παρά τη διαφωνία ορισμένων …πότισαν και στέριωσαν το δέντρο  της Λαικής Αστικής ελληνικής μουσικής. Της μουσικής που κατ’ εξοχήν εκφράζεται παρείστικα.

Άλλωστε, «Η αμαρτία είναι Βυζαντινή κι’ ο έρωτας Αρχαίος»(Σχόλιο του Μάνου Χατζιδάκι για «Τα Τραγούδια της Αμαρτίας»!!!

*Καπηλειά= Από το ρήμα Καπηλεύω=εμπορεύομαι.

*Μιμαρεία-=Πρόχειρες σκηνές με μίμους, θεατρίνους, ζογκλέρ κ.α.
Φωτογραφία από: Bυζαντινών ιστορικά

Του Μπάμπη Μώκου
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Next page