Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Το μυστικό του Γιάννη..

Περικλής Κοροβέσης - Εφημερίδα των Συντακτών
Το 1960, μια ομάδα νεαρών Πειραιωτών, ανάμεσά τους και ο υποφαινόμενος, έβγαζε ένα περιοδικό, ονόματι «Αύριο». Κάποιοι από μας κρυφοέγραφαν και οι πιο θαρραλέοι δημοσίευαν τα πρώτα ποιήματά τους.
Ανάμεσά μας κυκλοφορούσε η φήμη πως αν κάποιος θέλει να γίνει λογοτέχνης, πρέπει να πάει στην Κοκκινιά και να ακούσει τους πρόσφυγες να λένε τις ιστορίες τους. Και όσοι είχαμε φίλους από αυτά τα μέρη αξιοποιούσαμε αυτό το προνόμιο που μας δόθηκε. Και όντως ήταν μια προφορική βιβλιοθήκη, κατά κανόνα σε μια αυλή, με κληματαριά και οπωροφόρα δέντρα, με βασιλικούς, γαρουφαλιές και τριανταφυλλιές.
Πολύ αργότερα έμαθα από έναν Κονγκολέζο φίλο μου πως στην Αφρική λένε: «Όταν πεθαίνει ένας γέρος καίγεται μια βιβλιοθήκη». Πόσες βιβλιοθήκες να έχουν καεί άραγε στην Κοκκινιά, στη Νέα Ιωνία ή τη Νέα Σμύρνη;

Ο Γιάννης Καλαϊτζής δεν χρειάστηκε να πάει στην Κοκκινιά. Γεννήθηκε εκεί. Και το πρώτο του Πανεπιστήμιο ήταν το καφενείο του πατέρα του. Εκεί σύχναζε και έπαιζε η «Ξακουστή Τετράς του Πειραιώς».
Ήτοι, Βαμβακάρης, Παγιουμτζής, Μπάτης και Δελιάς. Το 1960, ο Μάρκος είχε αποσυρθεί από το πάλκο και με τους φίλους του έπαιζαν για το κέφι τους. Και ένα από τα στέκια που είχαν διαλέξει ήταν το καφενείο του πατέρα Καλαϊτζή, μουσικός και ο ίδιος, που έπαιζε τρομπέτα, κυρίως τζαζ, σε στιλ Λούις Αρμστρονγκ.
Ο μικρός Γιάννης τούς ζωγράφιζε όλους αυτούς σε χαρτοπετσέτες, προς μεγάλη αγανάκτηση της μάνας του που έβλεπε τον γιόκα της να χαλάει τις πετσέτες του μαγαζιού. Δεν πήγαιναν όμως χαμένες.
Τις χρησιμοποιούσαν στο σπίτι από την άγραφη μεριά. Και ίσως από εδώ να έμαθε ο Γιάννης πως όλα στη ζωή είναι προσωρινά, θιβετιανή φιλοσοφία, όπου κάνουν έργα τέχνης με χρωματιστή άμμο και μετά καταστρέφουν το έργο και ρίχνουν την άμμο στο ποτάμι.
Σε ηλικία εφτά ετών, αποκτά έναν μπουζουκομπαγλαμά, δώρο του περίφημου οργανοποιού Ζοζέφ, που δεν άντεχε να τον βλέπει να παίζει μπουζούκι στον αέρα και επί πλέον να μιμείται τις νότες ανάμεσα στα λόγια. Και έπαιζε μαζί με τους δασκάλους του. Και όταν ο Μάρκος επανεμφανίστηκε το 1966 στην μπουάτ της Πλάκας, του Σπύρου Καμπάνη, δεν πήρε τον Γιάννη μαζί του για ιστορικούς λόγους.
Δεν ήθελε η περίφημη «Τετράς» να γίνει «Πεντάς». Τον Γιάννη δεν τον πείραξε γιατί τον είχε απορροφήσει η ζωγραφική του και ήδη τον απασχολούσε το πρώτο του κόμικς με τίτλο «Σμύρνη-Κοκκινιά», που κυκλοφόρησε με μεγάλη επιτυχία στο εξωτερικό, αλλά ουδέποτε στην Ελλάδα.
Στο καφενείο του πατέρα σύχναζε και ένας θείος του, ονόματι Τζοβάνι, που άνοιξε το πρώτο δισκάδικο στην Κοκκινιά, τόσο καλά ενημερωμένο που έρχονταν οι φιλόμουσοι από όλη την Ελλάδα. Το μαγαζί του το είχα προλάβει και εγώ, στην πλατεία Αγίου Γεωργίου. Μου είχε κάνει εντύπωση αυτό που έγραφε στην ταμπέλα του μαγαζιού: «Αν τον δίσκο που ψάχνεις δεν τον βρεις εδώ, δεν θα τον βρεις πουθενά».
Αυτός ο άνθρωπος έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή του Γιάννη. Ιταλός αντιφασίστας, που αυτομόλησε από τον στρατό κατοχής και πέρασε στο ΕΑΜ Κοκκινιάς και παντρεύτηκε τη θεία του. Δούλευε πριν από τον πόλεμο χορωδός στη Σκάλα του Μιλάνου. Και από αυτόν ο Γιάννης μυήθηκε στις όπερες. Η φωνή του είχε το εύρος του Τζουζέπε ντι Στέφανο, αλλά το ηχόχρωμα είχε κάτι από πειραιώτικα ρεμπέτικα. Και είναι ο Τζοβάνι που έπεισε την οικογένειά του να πάει ο Γιάννης στο Ωδείο της Σκάλας του Μιλάνου.
Ο αδελφός του Τζοβάνι είχε ένα μπαράκι δίπλα ακριβώς από την Όπερα, όπου σύχναζαν όλα τα ιερά τέρατα της Σκάλας, ανάμεσά τους βέβαια και η Μαρία Κάλλας. Περιττό να πούμε πως ο Γιάννης πέρασε πρώτος στις εξετάσεις και πήρε μάλιστα υποτροφία. Αλλά από φιλότιμο δούλευε και στο μπαράκι του Ιταλού θείου του. Και όταν δεν είχε δουλειά, έπαιζε τον μπουζουκομπαγλαμά του και τραγουδούσε τα ρεμπέτικά του.
Και σε μια τέτοια φάση, έρχεται η Μαρία Κάλλας να πιει τον καπουτσίνο της (τον έπινε χωρίς ζάχαρη, για να μη χαλάσει το μέταλλο της φωνής της και γίνει γλυκερό). Ο Γιάννης τα χάνει και σταματάει. «Συνέχισε» του λέει η ντίβα. Ακολούθησαν κάποια δευτερόλεπτα αμηχανίας και ο Γιάννης πήρε εμπρός. «Αυτά όλα να μου τα μάθεις» είπε η Κάλλας. Και έτσι και έγινε.
Η Κάλλας, χάρη στον Γιάννη, έγινε ρεμπέτισσα. Και στα γενέθλιά της φώναξε τους συναδέλφους της και με συνοδεία του Γιάννη έπαιξαν ρεμπέτικα που άφησαν άφωνους τους μεγάλους τραγουδιστές. Τον πιάνει ο Τίτο Κόμπι και ζητάει από τον Γιάννη να του μάθει Βαμβακάρη επί πληρωμή. Ο Γιάννης αρνήθηκε τα λεφτά. Και ο Κόμπι του είπε: «Αγόρι μου, για να μάθουμε κάτι που μας αρέσει πρέπει να πληρώσουμε ακριβά». Και ο Γιάννης χρησιμοποιούσε συχνά αυτό το απόφθεγμα.
Ο Ιταλός θείος του ηχογράφησε κρυφά αυτό το αυτοσχέδιο ρεσιτάλ και το '67 το έβγαλε σε δίσκο. Για λόγους κοπιράιτ αυτός ο δίσκος απαγορεύτηκε, λέγεται όμως πως υπάρχουν κλεψίτυπα που κυκλοφορούν ακόμα. Ο Γιάννης το 1961 διακόπτει απότομα τις σπουδές του και γυρίζει πίσω στην Κοκκινιά.
Ο λόγος: Ένας Αμερικανός ιμπρεσάριος, κυνηγός ταλέντων, του είχε προτείνει ένα συμβόλαιο για τη Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης, με την προϋπόθεση να αλλάξει το όνομά του και να το κάνει «Ιαν Καλ».
Ο Γιάννης του μίλησε άσχημα, ευτυχώς τα είπε στα ελληνικά, αλλά ο Αμερικάνος κατάλαβε πως ήταν «όχι». Ο Γιάννης μιλούσε σπάνια γι' αυτή του την εμπειρία, γιατί νόμιζε πως δεν θα τον πίστευε κανένας.
Ελπίζω στη βιογραφία του, που έχουν στα χέρια τους οι εκδόσεις «Στιγμή», με θεματοφύλακα τον επιστήθιο φίλο του Αιμίλιο, να μας τα λέει αυτά. Αλλά πρέπει να περιμένουμε μέχρι το 2050. Αυτή ήταν η επιθυμία του.
ΥΓ. Για τις επισκέψεις του στα μουσεία της Ιταλίας και τα αντίγραφα-μελέτες που έκανε στους κλασικούς θα μιλήσω μια άλλη φορά. Νομίζω πως υπάρχουν στο Μουσείο της Φλωρεντίας.

 https://www.efsyn.gr/sites/efsyn.gr/themes/efsyn/images/logo_efsyn_footer.png

Next page