Τρίτη, 14 Ιουλίου 2015

Η ΜΟΥΣΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΪΚΟ ΑΣΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ (του Μπάμπη Μώκου)

rebetiko
Παροιμιώδης, υπέρτατη πιστοποιείται από χρόνους αρχαιότατους συνθετικά η στιχουργική των Ελλήνων δημιουργών. Πέρα από τη λεκτική ευταξία και στιχοπλοκή των ποιητών και συγγραφέων, από τον όμηρο, ως τα σήμερα, ένας και καθοριστικός είναι ο λόγος: Η ελληνική και μόνο γλώσσα εξακολουθεί ως τις μέρες μας, παγκόσμια, να είναι εκφραστικά "εννοιολογική" και όχι μόνο "σημειολογική". 
Γιατί εκφράζει το "σημαίνον"  = τη λέξη και το "σημαινόμενον" = την έννοια, γιατί εμπεριέχει αναγνωστικά το "υπείροχον", δηλαδή υπερτερεί, υπερέχει, είναι ανώτερη και πιο πλήρης από κάθε άλλη γνωστή γλώσσα στον πλανήτη.

 Αυτό που δίνει απεριόριστη ευχέρεια και δυνατότητα και καθορίζει νοηματική ελικτικότητα επιλογής σε κάθε ερευνητή, επιστήμονα, δημιουργό, λόγιο, διανοούμενο ή υπηρέτη των τεχνών (συγγραφέα, ποιητή, ασματογράφο, αοιδό κ.α.) για πλήρη, πολύμορφη, πολύπλευρη αποτύπωση-χρωματισμό, εμφατικότητα των όσων επιθυμεί να εκφράσει, να υποθέσει, να υποδηλώσει, να υπονοήσει, να οροθετήσει ή να σκωπτικογραφήσει.

Δύο είναι παγκόσμια οι γλώσσες που εμπεριέχουν μουσικότητα κατά την εκφορά: Η νεοϊταλική και η ελληνική. Μιλώντας η πρώτη είναι σαν να σέρνει, να τραγουδά τη λέξη, αλλά ως εκεί. Η ελληνική όμως διαθέτει πλατιά, ατέρμονη διάρκεια έκφρασης, πράγμα που ευθύς εξ αρχής καταννόησαν οι πρόγονοί μας και γι' αυτό την καθιέρωσαν σαν "εξειδικευμένο τρόπο" αποτύπωσης ακόμα και δυσνόητων επιλογών ιδίως κατα την ποιητική εκφορά. Γιατί με τη δυναμική της αντιστάθμιζε το ...πλαδαρό, το μακρόσυρτο, ύφος κάθε άλλης γλώσσας, επιβάλλοντας επικότητα και εκφραστικότητα ακέραια.

      Η γλώσσα η ελληνική εμπεριέχει εξ υπαρχής μουσικότητα έκφρασης και πολυποικιλότητα νοηματική, εκταμιεύοντας από την "αποθήκη" του Δημώδους υλικού, που για τον ελληνισμό λογίζεται ατελεύτητο, σπουδαίο. Για τούτο, ο ελληνισμός γνωμικολογικά, περιφραστικά η απλούστατα  προσδιόριζε επακριβώς ό,τι επιθυμούσε να εκφράσει. Στη μουσική ιδιαίτερα.

     Η ευρύτητα, η νοηματική πληθωρικότητα, η "πολυσημασία" της ελληνικής υπήρξε ευγενής, απαράμιλλη και λειτουργικότατη υποθήκη που σφράγισε ανεξίτηλα τη μουσικοδημιουργία και στους καιρούς της Οθωμανικής κτητικότητας, στο Βυζάντιο.

   Η κοσμική (η "εξωτερική" καθώς την ονόμαζαν οι βυζαντινοί, μουσική στις  5 μεγαλύτερες  χριστιστιανικές πόλεις, στη Σμύρνη και στην Πόλη), καίτοι συγγενής με διάφορα αραβοπερσικά η ανατολικά μοτίβα, διέφερε κατά πολύ από την μουσικογραφία  και στιχογραφία άλλων  οθωμανοκρατούμενων πληθυσμών και στη

στιχουγική. Ιδιαίτερα σ’ αυτήν, η λεξιπλοκή υπήρξε κατ' εφαρμογήν παροιμιώδης. Αιτία πως το ελληνικό στοιχείο, όλες τις εποχές, ουδέποτε επέδειξε συμπεριφορές για μη ενσωμάτωση ξένων μουσικοτεχνικών στοιχείων στη δική του μουσική. Ουδέποτε δηλαδή επέδειξε μουσικό συντηρητισμό.

  Σε τραγούδια της ...όψιμης Οθωμανικότητας (17ος-18ος αι.) εκλεκτοί Ρωμιοί "παιχνιδοπαίχτες" δεν δίστασαν εκτός από κλίμακες μουσικές η "δρόμους" να αποτυπώνουν μαζί με ελληνικούς  και στίχους με λέξεις και άλλων πληθυσμών. Δεν ήταν όμως λεκτικός "αχταρμάς". Και όταν οι λέξεις στα τραγούδια-οι στίχοι ήταν αμιγώς  ελληνικοί το αποτέλεσμα προέκυπτε εξαίρετο.

  Η μουσική είναι λόγος και μελωδία. Και τα δύο συναρτώμενα -ανταμωμένα, δονούν, ταλανίζουν, ευαισθητοποιούν τη συναισθηματικότητα του ανθρώπου. Στο άρτιο τραγούδι δεν υπάρχει υπεροχή του ενός έναντι του άλλου. Αν βέβαια και τα δυο, ποιοτικά, έχουν συνθετική σοβαρότητα, επιμέλεια από τη μία και νοηματική πληρότητα από την άλλη, το συγκινησιακό εξυψώνεται, εκτοξεύεται στο ζενίθ. Το τραγούδι είναι σαν τη γελοιογραφία: Με το πρώτο άκουσμα πρέπει κανείς να το καταλάβει, να τον απασχολήσει, να το νοιώσει , να τον συνεγείρει, να μπει ...μέσα του, να ευχαριστηθεί η να αδιαφορήσει.

     Να λοιπόν γιατί, για την επιτυχία, βασικό ρόλο παίζει ο "λόγος", δηλαδή ο στίχος, δηλαδή η γλώσσα. Που συντελεί στην  ιδιαιτερότητα ποιότητας ενός τραγουδιού , όντας η ...σπονδυλική του στήλη. Οι στίχοι, η γλώσσα είναι που στηρίζει και μορφοποιεί θεματικά ένα τραγούδι. Που δηλαδή μόνον αυτή δίνει στον άλλο που ακούει  επαγωγικότητα  βαθειάς αντίληψης, δηλαδή να κατανοήσει πλήρως και θεματικά στην ολότητά του ένα έργο τέχνης. Ώστε όπως οι αρχαίοι διακήρυτταν να θεωρούνται "...Λόγος και μέλος, ουχί ακατάληπτα...".

 Έξω από κάποιους μουσικοτεχνικούς  ιδιωματισμούς, επινοήσεις και δεξιοτεχνισμούς, οι μουσικές φόρμες που ντύνουν ένα τραγούδι, λίγο πολύ είναι σχεδόν πανομοιότυπες.

Είναι βήματα απαραβίαστα, σταθερά. Εκείνο που το κάνει να ξεχωρίζει,  να το καθιερώσει διαχρονικά, είναι βέβαια η μουσική αλλά ιδιαίτερα ο στίχος, τα λόγια, τα νοήματα, η γλώσσα.

    Εδώ λοιπόν εμείς οι Έλληνες σταθήκαμε τυχεροί. Οι μουσικές, αλλά και οι γλωσσικές μας παρακαταθήκες διαπιστώνονται μεστές, ουσιώδεις και ανεξάντλητες. Ένας πλούτος, πολιτιστικός πακτωλός, μοναδικός, τεράστιος που τιμά και αγκαλιάζει την ελληνόφρονη εθιμικότητά μας.

   Και το σημαντικό πως αυτές οι παρακαταθήκες στάθηκαν πλάι μας πάντα ...ριζοσπαστικές, όχι δογματικές . Δίνοντας το δικαίωμα στους έλληνες μουσικοτεχνίτες και τραγουδοποιούς να συνθέτουν αριστουργήματα.

  Πριν, αλλά και μετά την εθνεγερσία και ιδιαίτερα μετά την πλήρη ανακήρυξη στα 1833 θεσμοθέτησης του νεότευκτου συνταγματικά ελληνικού κράτους υπήρχαν αλληλοσπαρασσόμενα δύο είδη τραγουδιού: Κατά παράδοση το ένα (τα δημώδη) και κατα ξενόφερτη επιταγή το άλλο (τα δυτικά).

     Όμως τι δουλειά είχε ο ελληνισμός με τις πόλκες και τις καντρίλιες, με τα Οθωνικά εισαγόμενα δυτικά πρότυπα; Που να τα καταλάβει ο μέχρι χτες ραγιάς απλός Έλληνας, ο απλός αγωνιστής; Πώς να τα νοιώσει; Πώς να τα χορέψει και να τα τραγουδήσει; Δεν μπορείς να τραγουδάς "Γρηά Τζαβέλλαινα " και να χορεύεις ταγκό

και πόλκες. Άλλο τα... υψηλά σαλόνια και οι δυτικοαβρότητες, οι φραμπαλάδες, οι φανφάρες, οι βεγγέρες και άλλο το αρματολίκι, η φουστανέλα, η λεβεντιά, τα βουνά και τα λημέρια.

  Την ψυχή του απλού λαϊκού Έλληνα μέχρι και το 1875 περιδιάβαινε απόλυτα συγκινησιακά  το άκουσμα του Δημοτικού τραγουδιού, αφού αυτή ήταν  η από καταβολής γνώριμη βιωματική του εικόνα. Για την εποχή αλησμόνητα δημοτικά ντύθηκαν  με νοήματα αξέχαστα, περίφημα. Άσχετα αν σε πολλά παρέμεναν ακόμα ελάχιστες λέξεις τουρκικές που με τον καιρό όμως αφαιρέθηκαν ή ξεχάστηκαν. Αυτά ήταν άλλωστε  και τα τραγούδια που σχηματοποιούσαν και την τότε κοινωνική αλλά και ψυχαγωγική λαϊκή διάσταση.

   Σιγά-σιγά ήδη ο μεταεπαναστατικός ντόπιος  ελληνισμός αποβάλλει τα ξενόφερτα και απομιμείται μουσικά δρώμενα των Μικρασιάτικων παραλίων, όπου στο στίχο για πρώτη φορά περήφανα το ελληνικό υπερτερεί καταβολών από πρώην οθωμανοκρατούμενες  μικρασιάτικες πόλεις. Είναι και η απαρχή εισόδου του καθαρού ελληνικού λόγου στο Αστικό Λαϊκό Τραγούδι.

 Στην κυρίως Ελλάδα-την ηπειρωτική, με την προσφυγική έλευση πληθαίνουν οι μουσικοί, τα κέντρα διασκέδασης, τα καπηλειά, οι ελεύθεροι μουσικοί χώροι. (Καφέ Αμάν, Καφέ-Σαντούρ, Λαϊκά Μουσικά Καφενεία).

   Ντόπιοι και πρόσφυγες παιχνιδοπαίχτες επιδίδονται σε άμιλλα μουσική, αλλά και στιχουργική. Οι νωχελικές Σμυρναίικες  η Πολίτικες μελωδίες, ντύνονται τώρα επί το πλείστον με στίχους -λόγια ελληνικά. Μόνο οι αμανέδες ξεχωρίζουν κάπως.

   Από την άλλη μεριά, η αδιόρθωτη ελληνική αστική τάξη με τα φόξ-τρότ και τις χορευτικές ημερίδες έχει πλέον ταυτίσει τις διαθέσεις της με τα δυτικά. Κανένα ενδιαφέρον για τη στιχουργική. Μόνο για τις μελωδίες και για ρυθμούς χορευτικούς.

Ωστόσο το επιθεωρησιακό τραγούδι αρχίζει να επιδεικνύει στιχουργήματα ωραιότατα, αφού στηρίζεται κυρίως στην πρόζα, στο λόγο.

  Χρειάζεται να περάσουν παραπάνω από 30 χρόνια , ώστε το καθαρό Λαϊκό Αστικό Τραγούδι (το ρεμπέτικο) να αποβάλλει την τουρκοεκφορά στα παιξίματα αλλά κυρίως στα λόγια και να εξοβελίσει όποια ξένη ..."μαιμουδιά". (Πειραιώτικο Ρεμπέτικο: Μάρκος, Στράτος, Μπάτης, Δελιάς, Απ. Χ''χρήστος, Παπαιωάννου, Χιώτης, Μητσάκης κ.α). Στα τραγούδια του ανυπέρβλητου Τσιτσάνη και του Μπαγιαντέρα, οι στίχοι, τα λόγια είναι αμιγώς ελληνικά.

 Ο λεκτικός θησαυρός, η παραμυθία, οι επινοήσεις του Μάρκου  χαρακτηρίζονται περιφροντείς ελληνοστιχουργικές  επιλογές που άλλοτε σε ευφραίνουν, άλλοτε σε καθηλώνουν. Η στιχουργική δεινότητα του Χ'΄χρήστου λογίζεται σαν πρωτόφαντη και ιδιαίτερου κάλλους. Ο Χιώτης, ο Μητσάκης, ο Μπαγιαντέρας, ο Παπαιωάννου κ.α. με λέξεις-στίχους απλούς, νοηματικά ολοκάθαρους μιλούν στην καρδιά των Ελλήνων.

    Και ακολουθεί σαν ευλογημένο επιστέγασμα η σπουδαία γενιά του ‘30, η  ανορθωτική (καθώς δίκαια τη χαρακτήρισαν) του νεοελληνικού πολιτισμού. Η γενιά της  διανόησης, των γραμμάτων, της μουσκής δημιουργίας, των "ακραίων" στίχων, των στίχων

και τραγουδιών-μνημείων λόγου και μουσικής τέχνης που συνέβαλαν καθοριστικά στην κοινωνική συνοχή και παίδευση του ελληνικού λαού.

    Που πάμπολλες φορές ενέπνευσαν και συνεπήραν γενιές και γενιές με τα δημιουργήματά τους: Θεοδωράκης, Χαντζιδάκις, Ελύτης, Ρίτσος, Σεφέρης, Χριστοδούλου, Λειβαδίτης, Μ. Αναγνωστάκης, Ν. Ελευθερίου, Κουν, Τσαρούχης,, Ν.Γκάτσος, Τριπολίτης, Ξαρχάκος, Λ. Παπαδόπουλος, Ευτ. Παπαγιαννοπούλου κ.α.

  Άξιοι συνεχιστές των Σολωμού, Παλαμά, Παπαδιαμάντη, Κάλβου, Σικελιανού, Καρούζου, Βάρναλη, Καβάφη, Εγγονόπουλου

του... παππού  Σκαρίμπα κ.α.

   Όλοι αυτοί που σχηματοποίησαν δίαρμα ψυχής για τον νεοελληνισμό, στεριώνοντας την ελληνόφωνη γλωσσικότητα  με πάθος, πείσμα, αγάπη, επιμονή, σεβασμό και εθνική εκτίμηση άφατη στον απλό ελληνικό "λόγο". Το λόγο που έδινε και δίνει υπόσταση σε φιλοσοφικές αφαιρέσεις  και μαζί με την ελληνική μουσική στα αντικείμενα των αισθήσεων.

    Όχι σαν κάτι άλλους ανεκδιήγητους Κριαράδες (όπως λέει ο Γιανναράς) που ασέλγησαν καίρια στην αρχαία και νεότερη γλώσσα μας, τη ...μάνα μας. Την πιο αρμονική, εντυπωσιακά συναρπαστική, την ομορφότερη, την ωραιότερη, την πιο πλήρη-γεμάτη γλώσσα του κόσμου.

   Να γιατί είναι προνόμιο να μιλάς ελληνικά. Ακόμα περισσότερο να στιχουργείς και να ...τραγουδάς. Για να μπορείς ένα ωραίο μνημείο να το λες ά γ α λ μα  (εκ του αγάλλομαι στη θέα του) και όχι statue, δηλαδή ψυχρά κάτι απλό ουδέτερο αντικείμενο που... στέκεται σε κάποιο βάθρο (από το ρήμα ίστημι=στέκομαι όρθιος).

Για να μπορείς με τέσσερις λέξεις να… «αγκαλιάζεις» το σύμπαν ,το ευγενές ανθρώπινο είναι :«Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ…» η να τραγουδάς τη «Δραπετσώνα», να πετάει φωτιές ο λογισμός και να …τρίζει ο τόπος από περηφάνεια και συγκίνηση!....

Του Μπάμπη Μώκου..

Next page