Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2015

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΜΙΛΑΝΟΥ ..

 
Η καλλιτεχνική φυσιογνωμία της οικογένειας Μιλάνου άρχισε να ξεχωρίζει από πολύ παλιά. Από τα τέλη του 19ου αιώνα όπου ο Νικόλαος Μιλάνος ή Κολατσής, ένας άνθρωπος με έντονα ανεπτυγμένο το μουσικό του αισθητήριο, έπαιζε μπουζούκι και τραγουδούσε για δικό του κέφι και φυσικά και για την παρέα, στη μπακαλοταβέρνα που διατηρούσε στην Πορταριά Πηλίου.

Την εποχή εκείνη που στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας κυριαρχούσαν ακόμη οι επιρροές από της συνήθειες του οθωμανικού στοιχείου και στα μεγάλα αστικά κέντρα επικρατούσαν τα "Καφέ - Αμάν", εκείνος με το παίξιμο του μπουζουκιού (προφανώς πρέπει να το έμαθε από κάποιον ανατολίτη οργανοπαίχτη) και το τραγούδι του, είχε μεταφέρει, σε κάποιο βαθμό, στο δικό του χώρο την ατμόσφαιρα της λαϊκής ταβέρνας της πόλης, σε ένα ορεινό χωριό που οι συνήθειες δεν έπαυαν να είναι συνήθειες υπαίθρου.

Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον γεννήθηκε το 1892 ο αριστερόχειρας (έγραφε και έπαιζε μπουζούκι με το δεξί χέρι) Στέφανος Μιλάνος. Γαλουχήθηκε με λαϊκά και παραδοσιακά ακούσματα που άκουγε από τον πατέρα του ενώ με το όργανο που θα τον συντρόφευε σ’ όλη του τη ζωή, το μπουζούκι, ήρθε σε πρώτη επαφή από πολύ μικρός. Με τη βοήθεια του πατέρα του έμαθε τα μυστικά του οργάνου και εξελίχτηκε πολύ γρήγορα σε ένα δεξιοτέχνη οργανοπαίχτη.


Τα χρόνια περνούν στο χωριό με τον Στέφανο τριγυρισμένο από το περιβάλλον της ταβέρνας και από τα αδέλφια του που προς όφελος της Πατρίδας ήταν αρκετά, πέντε αγόρια και πέντε κορίτσια. Η αυξημένη σε δυναμικό οικογένεια δημιουργούσε αρκετά προβλήματα στον κορβανά του πολύτεκνου πατέρα, πράγμα που ανάγκασε τον δεκατετράχρονο Στέφανο να ξενιτευτεί για εργασία στην Αίγυπτο χωρίς όμως να πάρει μαζί του το αγαπημένο του μπουζούκι. Εκεί θα εργαστεί προς όφελος και αποκατάσταση των θηλυκών μελών της οικογένειας για να ξαναγυρίσει το 1913 ξανά στην Πατρίδα, στην Πορταριά Πηλίου.

Όμως εκείνα τα χρόνια που ήρθε ο Στέφανος στη γενέτειρά του, ήταν δύσκολα, όπως δύσκολα ήταν και τα περισσότερα χρόνια του 20ου αιώνα στη χώρα μας. Οι Βαλκανικοί πόλεμοι βρίσκονταν εν εξελίξει, ο Πρώτος Παγκόσμιος προ των θυρών και η οικονομική αναταραχή της μικροαστικής τάξης αρκετά εμφανής. Τότε ο Στέφανος το 1913 κατατάσσεται εθελοντής στις τάξεις του στρατού μαζί με τον αδελφό του Σπύρο. Αρχές του 1919 σε μια πολεμική ανάπαυλα, επιστρέφει για λίγο στην Πορταριά για να ξαναφύγει στα τέλη του ίδιου χρόνου και να απολυθεί οριστικά στα 1922.

Μέσα σ’ αυτή τη περίοδο ο Νίκος Μιλάνος αναγκάστηκε να δανειστεί από προύχοντα του χωριού χρήματα για την επιβίωση της οικογένειας. Όμως ο πολύτεκνος πατέρας δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στην εξόφληση του χρέους με αποτέλεσμα ο τότε περιβόητος προύχοντας της Πορταριάς να του πάρει τα μικρά του χωράφια που τα κρατούσε σαν ένα κεφάλαιο οικογενειακής σιγουριάς. Ήταν τρομερό! Τη στιγμή που τα δύο του αγόρια πολεμούσαν στο μέτωπο για την εξασφάλιση της ελευθερίας και της περιουσίας των Ελλήνων πολιτών, οι Έλληνες "πολίτες" κατακτούσαν την δική του περιουσία. Τότε, μέσα στα 1915 ήταν που έκλεισε και η μπακαλοταβέρνα του. Με το κλείσιμο της ταβέρνας στην Πορταριά κλείνει η πρώτη σελίδα από την ιστορία της οικογένειας Μιλάνου και ανοίγει μία δεύτερη.

Το 1919 ανοίγει ο Στέφανος Μιλάνος μαζί με τον γαμπρό του το ταβερνάκι στη περιοχή του Αγ. Νικολάου Βόλου στην οδό Ερμού 174 που με την αλλαγή της αρίθμησης έγινε 186. Σ’ εκείνο το μικρό μαγαζάκι, ο Στέφανος με το μπουζούκι του έβγαζε το μεράκι του. Το όργανο αυτό που το υπέρ-αγαπούσε και που δεν το αποχωριζότανε ποτέ, ήταν ο νταλγκάς του!

Στα 1922 η χώρα μας βιώνει την αιματοβαμμένη Μικρασιατική καταστροφή και τον περιπετειώδη ερχομό χιλιάδων προσφύγων. Και σ’ αυτά τα ταραγμένα χρόνια η ταβερνούλα του Στέφανου στην οδό Ερμού δούλευε προσφέροντας στους ρέκτες αυτού του είδους της διασκέδασης, κρασί, μπουζούκι και καλή καρδιά. Η καλή καρδιά του Στέφανου Μιλάνου έμελλε τότε να ζευγαρώσει με την Σουλτάνα Αρτεμίδου, πρόσφυγα της Μικρασιατικής καταστροφής που έλαχε να γνωρίσει και να αγαπήσει. Οι αντιδράσεις του συγγενικού περιβάλλοντος ήταν αρνητικές για την επερχόμενη σύζευξη, αλλά ο δυναμικός και ερωτευμένος Στέφανος ήταν ανένδοτος με αποτέλεσμα να συνεχίσει το μεγάλωμα της οικογένειας Μιλάνου με την παρουσία των τεσσάρων παιδιών που ακολούθησαν, τριών αγοριών και ενός κοριτσιού που πέθανε μικρό.

Η καρδερίνα καμάρωνε στο κλουβί της ενώ η καλοθρεμμένη γάτα περιφέρονταν ναζιάρικα και τρίβονταν στα πόδια των πελατών. Στον τοίχο κρεμασμένα τα μπουζούκια και ο περιβόητος "ΜΑΥΡΟΠΙΝΑΚΑΣ". Είναι τα χρόνια του Μεσοπολέμου που βλέπει το φως της ζωής ο πρωτότοκος γιος, ο Κάρολος (1932), ενώ φεύγει από την ζωή ο παππούς Νίκος (1934 ή ΄35). Τότε βαφτίζεται και η Ταβέρνα - ΚΑΦΕΜΑΓΕΙΡΕΙΟΝ η "ΣΚΑΛΑ".

Ήταν το 1936 που με διάταγμα του Μεταξά υποχρεώθηκαν όλα τα καταστήματα να αναρτήσουν ταμπέλες με το είδος που προσέφεραν και τα υπόλοιπα ονομαστικά τους στοιχεία. Τότε και ο γνωστός δημοσιογράφος του Βόλου και Διευθυντής της εφημερίδας ΘΕΣΣΑΛΙΑ Τάκης Οικονομάκης, θερμός φίλος του Στέφανου, ενθουσιασμένος από το περιβάλλον του μαγαζιού είπε ότι : "Όποιος μπει μέσα σ’ αυτόν τον γλυκό χώρο, στη "ΣΚΑΛΑ", σκαλώνει και δεν μπορεί να βγει γιατί δεν θέλει ο ίδιος να βγει. Και ότι δεν χρειάζεται να πάει κανείς στο Μιλάνο της Ιταλίας να δει την περίφημη "ΣΚΑΛΑ", μπορεί να έρθει στην Ερμού 174 για να δει τη "ΣΚΑΛΑ" του ΜΙΛΑΝΟΥ".

Τα ανήσυχα και ταραγμένα χρόνια στην Ελλάδα δεν τελείωσαν μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και τις πολιτικές ανακατατάξεις του μεσοπολέμου. Ο πόλεμος του 40 έφερε νέα δεινά, ενώ ο αδελφοκτόνος εμφύλιος χάλασε την ανθρωπιά και δημιούργησε απανθρωπιά. Το 1944 έγινε επέλαση Ταγματασφαλιτών στη ταβέρνα του Στέφανου λόγω της αριστερής του ιδεολογίας χωρίς να μπορέσουν να τον συλλάβουν μιας και φρόντισε να φύγει έγκαιρα και να κρυφτεί σε χωριά του Πηλίου.

Τα χρόνια περνούσαν και ο κόσμος της Ελλάδας άρχιζε να ελπίζει για καλύτερες ημέρες. Η "ΣΚΑΛΑ" των Μιλανέων ακολουθούσε και αυτή την ιστορία και την μοίρα της σκορπίζοντας στον κόσμο της κάθε βράδυ το κέφι της, την αγάπη της και τους καλομαγειρεμένους μεζέδες της. Πιστοί θαμώνες του χώρου άνθρωποι από όλες της κοινωνικές τάξεις και πολιτικές ιδεολογίες και παρατάξεις που αγαπούσαν τον Στέφανο, την τέχνη του και τα παιδιά του που στο μεταξύ άρχισαν να δείχνουν την παρουσία τους στο μαγαζί.

Πρώτος από τα παιδιά που στάθηκε δίπλα στον πατέρα τους ήταν ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας ο Κάρολος. Γεννημένος στον Βόλο το 1932 και μαθαίνοντας από πολύ μικρός, από τον πατέρα του μπουζούκι και αργότερα μαντολίνο, κιθάρα και μπαγλαμά, έμελλε να εξελιχθεί σε έναν δεξιοτέχνη πρακτικό οργανοπαίχτη και σε έναν γνήσιο λαϊκό συνθέτη και τραγουδιστή που σκόρπισε την δική του τέχνη στη ταβέρνα για πάρα πολλά χρόνια και συνεχίζει μέχρι και σήμερα. Το 1948 ο μετέπειτα φίλος των Μιλανέων και αδελφός του Β. Τσιτσάνη, Χρίστος (Κίτσος), άκουσε το παίξιμο του Κάρολου στο μπουζούκι, ενθουσιάστηκε και τον ενθουσιασμό του μετέφερε στον αδελφό του Βασίλη, μ’ αποτέλεσμα ο τελευταίος να καλέσει τον Κάρολο στο δικό του συγκρότημα. Όμως ο Κάρολος έλαχε να είναι ο πρωτότοκος της οικογένειας και η φιλοσοφία του πατέρα Στέφανου ήταν πως ο μεγάλος γιος πρέπει να είναι κοντά στον πατέρα για να τον στηρίζει. Έτσι ο Κάρολος χάνει μια μεγάλη ευκαιρία (ίσως) για κάτι καλύτερο στη καλλιτεχνική του καριέρα. Την τριετία 1950-1953 ο Κάρολος δουλεύει ως επαγγελματίας μπουζουξής με διάφορα ορχηστικά σχήματα εκτός της "ΣΚΑΛΑΣ" σε μαγαζιά του Βόλου, της Λάρισας και των Τρικάλων. Στο διάστημα αυτό, δηλαδή στα μισά της δεκαετίας του 50 συμμετείχε σε συγκρότημα με κιθάρες και χαβάγιες που έκανε δεκάδες εκπομπές στον τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 αναγκάζεται για βιοποριστικούς λόγους να ξαναδουλέψει ως επαγγελματίας μπουζουξής σε διάφορα κέντρα διασκεδάσεως του Θεσσαλικού κάμπου. Ο Κάρολος Μιλάνος, αν και δεν είχε την τύχη να ενσωματωθεί με τα μεγάλα σχήματα του κέντρου, έζησε όμως μέσα στην "ΣΚΑΛΑ" του μεγάλες εμπειρίες, μεγάλες στιγμές τέχνης μια και από εκεί παρελάσανε κατά καιρούς και έπαιξαν για το κέφι τους μεγάλοι τεχνίτες του είδους. Με πρότυπο πάντα τον πατέρα του και με τις εμπειρίες που συνεχώς αποκτούσε, έγραφε κατά διαστήματα δικές του συνθέσεις που τις έπαιζε και τραγουδούσε στο μαγαζί και που επιτέλους περιέχονται στο CD που κρατάτε στα χέρια σας.

Ένας άλλος γιος, ο δεύτερος στη σειρά, είναι ο Νίκος που γεννήθηκε στο Βόλο το 1938 και απεφοίτησε από την τότε Εμπορική σχολή του Βόλου. Γνώστης από παιδάκι της τέχνης του μπουζουκιού, της κιθάρας και του μπαγλαμά, βρίσκεται και αυτός στο περιβάλλον της ταβέρνας και προσφέρει τις υπηρεσίες του και μάλιστα αρκετές φορές μόνος του (1955-56 στην πλημμύρα του Βόλου την περίοδο 1971- 73).

Ο τρίτος γιος και ο μικρότερος, ο Στάθης, γεννήθηκε στον Βόλο το 1941. Θαυμάσιος μουσικός και οργανοπαίχτης (μπουζούκι, κιθάρα, μπαγλαμά) συμμετείχε κι αυτός για αρκετά χρόνια στη σύνθεση της ταβέρνας. Ένα γεγονός που πρέπει να αναφερθεί είναι πως ο Στάθης το 1947 σε ηλικία έξι ετών έπαιξε μπουζούκι στα βαφτίσια του! (Βαφτίστηκε αρκετά μεγάλος διότι ο μέλλων νουνός του ήταν εξορία λόγο της πολιτικής κατάστασης). Σήμερα ο Στάθης Μιλάνος διδάσκει σε ωδείο την τέχνη του μπουζουκιού και όχι μόνο, σε επίδοξους λάτρες του οργάνου.

Σε κάποιο σημείο του κειμένου αναφέρθηκε ότι στη ταβέρνα της Ερμού μεταξύ των άλλων αντικειμένων υπήρχε στον τοίχο και ένας μαυροπίνακας μικρών σχετικά διαστάσεων που υπάρχει ακόμη και σήμερα. Πράγματι, ο πίνακας αυτός είχε τοποθετηθεί εκεί σαν ένα τεφτέρι χρεών από τους πελάτες. Αργότερα αντικαταστάθηκε με μπακαλοτέφτερο αλλά δεν έφυγε από τον χώρο του. Του Στέφανου Μιλάνου ήταν η ιδέα ο μαυροπίνακας να ξαναλειτουργήσει σαν ένα είδος οικονομικής διαπόμπευσης στο βαρύ πυροβολικό των χρεοφειλετών.

Από την σκοτεινή περίοδο του εμφυλίου πολέμου (1947) μέχρι τα τωρινά χρόνια (1975-76) απαγορευότανε (ίσως με κάποια σχετική διαταγή) στους Στρατιωτικούς να μπαίνουν στην περίφημη ταβέρνα. Το 1975 όμως με επερώτηση στη βουλή και ειδικότερα στον τότε υπουργό Εθν. Αμύνης Ευ. Αβέρωφ, ο Βολιώτης πολιτικός Δ. Πιτσιώρης ανέφερε το γεγονός και ζήτησε την άρση της αποφάσεως. Έτσι και έγινε. Με απόφαση τις Βουλής έγινε άρση της αποφάσεως και αποκαταστάθηκε το κύρος του καταστήματος.

Ο Στέφανος Μιλάνος πέθανε σε ηλικία 78 ετών το 1970. 
Την ποιότητα της ταβέρνας της οδού Ερμού και αργότερα της οδού Ιωλκού, από πλευράς ήθους, εδεσμάτων και το κυριότερο της ακουστικής απόλαυσης, κράτησαν τα αδέλφια Κάρολος και Νίκος. Κάθε βράδυ πρόσφεραν και προσφέρουν το κέφι, το μεράκι και την απαράμιλλη τέχνη τους στο Ελληνικό λαϊκό τραγούδι.

H ανάρτηση έγινε από την σελίδα: rebetiko.sealabs.net  
ΦΩΤΟ: www.doovi.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Next page