Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

Η Στέγη του μπαρόκ και του... ρεμπέτικου

Latinitas-Nostra

Οι Latinitas Nostra μας ξενάγησαν νοερά -και μουσικά- από την αυλή του Λουδοβίκου ΙΔ' στη Γαλλία έως τους τεκέδες του Πειραιά

Μετά την αξέχαστη εμπειρία που είχα πριν από δύο χρόνια, παρακολουθώντας τη μουσική παράσταση «Ένας Αγγλος ταξιδευτής στο Λεβάντε» στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, δεν υπήρχε περίπτωση να χάσω το νέο πρότζεκτ των Latinitas Nostra, αυτή τη φορά στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών την περασμένη Παρασκευή, 3 Απριλίου.

Πρόπερσι, το μουσικό σύνολο με τις πρωτότυπες ιδέες κατάφερε να δημιουργήσει μία μουσική γέφυρα μεταξύ της ελισαβετιανής Αγγλίας των τελών του 16ου αιώνα και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτή τη φορά ο σκοπός ήταν σαφώς πιο φιλόδοξος, καθώς οι Latinitas Nostra επιχείρησαν να χτίσουν μία γέφυρα, τόσο στον χώρο, όσο και στον χρόνο, καθώς μας παρουσίασαν μία μουσική περιπλάνηση από τη θρησκευτική μπαρόκ μουσική που ακουγόταν στην αυλή του «Βασιλιά Ήλιου» Λουδοβίκου ΙΔ΄ στη Γαλλία του 17ου αιώνα στο ρεμπέτικο που ακουγόταν στους τεκέδες του Πειραιά και υπό λιγότερο… βασιλικές συνθήκες δυόμιση αιώνες μετά.
Το concept κέντρισε την περιέργεια του αθηναϊκού κοινού που πλημμύρισε την Κεντρική Σκηνή της Στέγης (η συναυλία ήταν sold-out) για να ακούσει αυτόν τον μουσικό πειραματισμό. Η πρώτη μου εντύπωση (και ανησυχία) όταν διάβασα το πρόγραμμα της συναυλίας ήταν ότι το μουσικό σύνολο θα ακολουθούσε μία «γραμμική» προσέγγιση, παρουσιάζοντας πρώτα όλα τα έργα μπαρόκ και στη συνέχεια τα ρεμπέτικα κομμάτια. Ίσως και η διάταξη των μουσικών οργάνων πάνω στη σκηνή (αριστερά τα όργανα του ρεμπέτικου, δεξιά τα αντίστοιχα της παλαιάς μουσικής) να καλλιέργησαν αυτή την αίσθηση. Ευτυχώς διαψεύστηκα από τα πρώτα λεπτά, καθώς το μπαρόκ εναλλασσόταν με το ρεμπέτικο κομμάτι-κομμάτι.

Latinitas-Nostra

Η συναυλία ξεκίνησε με κατανυκτική διάθεση, καθώς παρουσιάστηκε ένα απόσπασμα από τα Αναγνώσματα του Σκότους (Leçons de Ténèbres), το οποίο έκλεισε με τη λέξη «Αμήν», δίνοντας απ’ ευθείας τη σκυτάλη σε έναν αμανέ που ξεκίνησε με -τι άλλο;- τη λέξη «Αμάν». Όσο προχωρούσε η συναυλία, τόσο επιβεβαιώνονταν οι συντελεστές της, οι οποίοι είχαν επισημάνει ότι τα δύο είδη έχουν κοινά στοιχεία τόσο στους ήχους, όσο και στη θεματολογία, η οποία αναδεικνύει μία χαρακτηριστική χαρμολύπη. Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα δίστιχο που ακούστηκε προς το τέλος της συναυλίας: «αφού σε λίγο θα πλαγιάζω μες στο χώμα, και θα με αναζητήσεις, αλλά δεν θα υπάρχω». Θα μπορούσε κάλλιστα να ακούγεται σε ένα ρεμπέτικο τραγούδι, όμως είναι απόσπασμα από το Βιβλίο του Ιώβ (7:21) και αφορά το παράπονο που διατυπώνει ο Ιώβ στον Θεό για τα δεινά που έχει βιώσει.

Σε ελάχιστες περιπτώσεις, μάλιστα, τα στεγανά γκρεμίστηκαν εντελώς. Ενώ τα μπαρόκ αποσπάσματα ερμήνευε με μοναδική πληρότητα η μέτζο σοπράνο Θεοδώρα Μπάκα και τα ρεμπέτικα η Αυγερινή Γάτση με την καθάρια φωνή της (και με την Έλενα Κρασάκη συμμετέχει σταδιακά περισσότερο), η κορυφαία στιγμή της συναυλίας ήλθε όταν η Θεοδώρα Μπάκα ερμήνευσε τον «Κοκαϊνοπότη» του Παναγιώτη Τούντα.

Τόσο οι ρεμπέτες αυτής της ασυνήθιστης συνάντησης (Μιχάλης Κουλουμής (βιολί), Βασίλης Τσιγερίδης (κανονάκι), Θύμιος Ατζακάς (ούτι, κιθάρα), Ευγένιος Βούλγαρης (γυαϊλί ταμπούρ, μπουζούκι), όσο και οι παλαιοί κλασικοί (Ιάσων Ιωάννου - μπαρόκ βιολοντσέλο, Ανδρέας Λινός - μπάσο βιόλα, Δημήτρης Τίγκας - βιολόνε, Θοδωρής Κίτσος - θεόρβη/ μπαρόκ μαντολίνο) υπό το πρόσταγμα του θαυμάσιου Μάρκελλου Χρυσικόπουλου, ο οποίος εναλλασσόταν μεταξύ του τσέμπαλου και του εκκλησιαστικού οργάνου στο κέντρο της διάταξης, έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό.

Εκτός των άλλων, η πρόκληση για τους μουσικούς ήταν να παρουσιάσουν ένα πρόγραμμα που δεν θα ξένιζε και δεν θα κούραζε το κοινό, το οποίο ως επί το πλείστον ήταν εξοικειωμένο με το ένα από τα δύο είδη μουσικής που θα ακουγόταν και θα έπρεπε να συμβαδίσει με μία διαδρομή που είχε αρκετές στροφές και ανατροπές. Η διαδρομή αυτή, ωστόσο, ήταν πολύ πιο ομαλή από ό,τι θα νόμιζε κανείς αρχικά και η επιτυχία της συναυλίας επισφραγίστηκε στο τέλος της από ένα θερμότατο χειροκρότημα που ακούστηκε στην Κεντρική Σκηνή για ένα περίπου πεντάλεπτο.

Οι ακροατές ήταν, μάλιστα, τόσο γοητευμένοι που αρκετοί από αυτούς κάθισαν και μετά τη συναυλία, στη συζήτηση που ακολούθησε με τους συντελεστές - κάτι που δεν έμεινε απαρατήρητο και από τον συντονιστή της συζήτησης, τον εκτελεστικό διευθυντή της Στέγης, Χρήστο Καρρά. Στο πλαίσιο της τελευταίας, οι μουσικοί μας εξήγησαν πώς ξεκίνησε αυτό το μουσικό «πάντρεμα» από το μουσικό χωριό του Άγιου Λαυρέντιου και πώς έγινε η προετοιμασία της συναυλίας. Αυτό, ωστόσο, που δεν αναφέρθηκε ήταν εάν υπάρχουν σκέψεις για το concept της επόμενης συναυλίας - και είναι κάτι που είμαστε πολύ περίεργοι να μάθουμε!
Χρήστος Τσαπακίδης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Next page