Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Ο δάσκαλος μου, ο μαθητής μου: Λευτέρης Παπαδόπουλος - Γιώργος Νταλάρας

Ο δάσκαλος μου, ο μαθητής μου: Λευτέρης Παπαδόπουλος - Γιώργος Νταλάρας
Μόνο ως φιλοφρόνηση δεν θα θεωρούνταν το μειδίαμα του Λευτέρη Παπαδόπουλου και το γέλιο του Γιώργου Νταλάρα. Απηχούν την αγάπη των μελών μιας οικογένειας
Δεν υπάρχει τίποτε πιο άβολο από το μιλάς δημόσια για δημόσια πρόσωπα. Οσο και αν τα αγαπάς και τα εκτιμάς, σε περίπτωση που εκφραστείς με τον αντίστοιχο τρόπο, θα σε κατηγορήσουν ότι τα γλείφεις. Αν πάλι τους  επιφυλαχθείς, θα πούνε ότι τα χρησιμοποιείς για να κάνεις το «κομμάτι» σου, ότι καμώνεσαι πως δεν υπολογίζεις τη διασημότητά τους και τους τα «χώνεις». Μπρός βαθύ και πίσω ρέμα. Και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος και ο Γιώργος Νταλάρας δεν είναι μόνον πασίγνωστοι δημιουργοί, είναι και δημόσια – αλλά και διάσημα – πρόσωπα. Η δημοσιότητα όμως συνυφασμένη καθώς είναι με την έκθεση, έχει μαζί με τα πλεονεκτήματα και ένα τρομερό μειονέκτημα. Ο,τι και αν πει ένα διάσημο πρόσωπο, όσο καίριο, βαθύ και ειλικρινές και αν είναι, ο καθένας ενδέχεται να το υποψιάζεται ως ανειλικρινές αλλά και να το στρέφει εναντίον του ανθρώπου που το ξεστόμισε. Επειδή όσοι στερούνται τη δημοσιότητα τη θεωρούν για τον άνθρωπο που τον περιβάλλει ταυτόσημη με μια υπαρξιακή χαρά – πού να ξέρανε  οι ταλαίπωροι – αδίσταχτα φθονούν έναν άνθρωπο ευχαριστημένο χωρίς να φαντάζονται ότι θα άξιζε αντίθετα τη συμπάθειά τους. Σε σχέση με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο και τον Γιώργο Νταλάρα προτείνουμε να επιχειρηθεί κάτι πολύ πιο απλό: να μην τους διαβάσουμε απλά αλλά να τους αφουγκραστούμε σε αυτή την εκ βαθέων συνομιλία τους ώστε να καταλάβουμε πως η πολυώδυνη πείρα και η αθωότητα είναι συχνά  οι δύο όψεις ενός και του αυτού νομίσματος.

Το δράμα του Κώστα Φέρρη

photo protothema.gr

Η απίστευτη σκληρότητα, ο κυνισμός και η απανθρωπιά ενός κράτους, που αφήνει έναν από τους πιο γνωστούς και επιτυχημένους Έλληνες σκηνοθέτες –τον Κώστα Φέρρη- να πεινάει και πλέον να μην μπορεί να ζήσει, σηματοδοτούν τα νέα πολιτικά ήθη στην εποχή μας.

Του Κώστα Χαρδαβέλλα
Ο βραβευμένος πολλές φορές σε Ελλάδα και εξωτερικό για τις κινηματογραφικές του ταινίες Κώστας Φέρρης, αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να ζήσει, δεν έχει ούτε ένα ευρώ για τα στοιχειώδη, γιατί ενώ το ελληνικό κράτος του χρωστάει πολλές χιλιάδες ευρώ για ταινίες του που έχουν παιχτεί στην κρατική ΕΡΤ, δεν του παρέχει τη δυνατότητα να πάρει φορολογική ενημερότητα, για να μπορέσει να εισπράξει αυτό το ποσό από τη ΔΤ για να ζήσει.
Αιτία μία παλιά... από 20ετίας! δικαστική οικονομική εκκρεμότητα, για την οποία ο ίδιος ούτε γνώση ούτε ουσιαστική ευθύνη φέρει.
Σε χθεσινή μας συζήτηση ο Κώστας Φέρρης μου είπε: «Δεν μπορώ πλέον να ζήσω, δεν υπάρχει διέξοδος για μένα και τη γυναίκα μου και επιβιώνουμε με τη βοήθεια φίλων». Απόλυτα αξιοπρεπής ο Κώστας Φέρρης δεν ζητάει τον οίκτο κανενός, ούτε φυσικά του ελληνικού κράτους, αλλά ζητάει τη δυνατότητα να εισπράξει από το δημόσιο τα οφειλόμενα σε αυτόν, για να μπορέσει να κρατηθεί στη ζωή.

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

Γρηγόρης Μπιθικώτσης: Ό ένας και μοναδικός «σερ» του ελληνικού τραγουδιού


Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, λαϊκός τραγουδιστής που αγαπήθηκε απ' όλους τους Έλληνες και η φωνή του συνδέθηκε με ιδιαίτερα σημαντικές στιγμές της νεότερης ελληνικής μουσικής ιστορίας γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1922, στη φτωχογειτονιά του Περιστερίου.
Παιδί οκταμελούς, πολύ φτωχής οικογένειας, άρχισε από τα παιδικά του χρόνια να ασχολείται με τη μουσική και, ενώ τα αδέλφια του, το 1940 έφυγαν για το ελληνοαλβανικό μέτωπο, εκείνος έμεινε πίσω, ασκούσε το επάγγελμα του υδραυλικού και μάθαινε κιθάρα

Εκείνος έκανε τα πρώτα του βήματα σ' ένα ταβερνάκι της γειτονιάς του, τραγουδώντας με μία κιθάρα, ευρωπαϊκά. Όλα άλλαξαν, όταν μια κρύα νύχτα του χειμώνα του 1937 πήγε ν' ακούσει τρεις μουσικούς που έπαιζαν με τα μπουζούκια τους σ' ένα κουτούκι. Ήταν ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Μανώλης Χιώτης και ο Στράτος Παγιουμτζής. Ο μικρός Γρηγόρης ενθουσιάστηκε κι από τότε ασπάστηκε το ρεμπέτικο και το λαϊκό.

Ενας Ιταλός τραγουδά τη Μισιρλού

O Vinicio Capossela έρχεται στη χώρα μας για μία συναυλία.

O Vinicio Capossela έρχεται στη χώρα μας για μία συναυλία.
Τα ρεμπέτικα τραγούδια ή αλλιώς τα μπλουζ της Ελλάδας και η σχέση τους με τη σημερινή ελληνική οικονομική κρίση αναδεικνύονται, όχι από έναν Ελληνα καλλιτέχνη, όπως πιθανόνατα θα περιμέναμε, αλλά από τον αξιόλογο Ιταλό τραγουδοποιό και περφόρμερ Vinicio Capossela, τον οποίο θα έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε ζωντανά στη συναυλία που θα δώσει μεθαύριο (Πέμπτη), στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο, έχοντας στο πλευρό του τους δικούς μας Δήμητρα Γαλάνη, Θανάση Παπακωνσταντίνου και Δημήτρη Αποστολάκη. 
O Τομ Γουέιτς της Ιταλίας, όπως συχνά τον αποκαλούν, γοητευμένος από το ρεμπέτικο και την ιστορία του, αποφάσισε να αφιερώσει ένα ολόκληρο άλμπουμ στο μουσικό αυτό είδος αλλά και να πρωτοστατήσει στη δημιουργία μιας ταινίας, η οποία διερευνά τις ρίζες του ρεμπέτικου σε συνδυασμό με τον τρόπο που βιώνουν σήμερα οι Ελληνες την οικονομική κρίση.
Το άλμπουμ Rebetico Gymnastas, που κυκλοφόρησε το 2012, αποτελεί μια ιδιαίτερη προσέγγιση του τραγουδοποιού στον κόσμο του ρεμπέτικου τραγουδιού. Ο Caposella ως άλλος νεο-ρεμπέτης ερμηνεύει τραγούδια που έχει γράψει ο ίδιος βασισμένος στις μουσικές γραμμές του ρεμπέτικου, ενώ παραθέτει και αυθεντικά ρεμπέτικα τραγούδια, όπως η θρυλική Μισιρλού, την οποία έχει ερμηνεύσει συγκλονιστικά η Καίτη Ντάλλη.

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Η Ρόζα η «ναζιάρα» Τριάντα τρία χρόνια από το θάνατό της..

Πηγή ανάρτησης: http://tvxs.gr
Τριάντα τρία χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από το θάνατο της κορυφαίας ερμηνεύτριας του ρεμπέτικου και του σμυρναίικου τραγουδιού Ρόζας Εσκενάζυ.
Η Ρόζα  Εσκενάζυ, ή αλλιώς Σάρα Σκενάζη ή Ζαρντινίδη, όπως λέγεται ότι ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ των ετών 1883-1890 από γονείς Εβραίους, σεφαρδίτικης καταγωγής (Ισπανοεβραία). Γύρω στο 1900, η οικογένειά της μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη. Αρχικά ξεκίνησε ως χορεύτρια στον Πειραιά (γύρω στο 1910) αλλά σύντομα άρχισε επίσης να τραγουδά ελληνικά, τουρκικά και αρμενικά τραγούδια. Στα μέσα της δεκαετίας του '20 κατέβηκε στην Αθήνα κι έπιασε δουλειά ως τραγουδίστρια στα στέκια των μουσικών της προσφυγιάς. Ο Παναγιώτης Τούντας δεν άργησε να την ανακαλύψει κι έτσι το 1928-29 έκανε τις πρώτες της ηχογραφήσεις. Γρήγορα έγινε αρκετά γνωστή και κατά τη δεκαετία του 1930 ηχογράφησε πάνω από 500 ρεμπέτικα, σμυρναίικα και δημοτικά τραγούδια, ενώ συνεργάστηκε με μεγάλους συνθέτες της Σμύρνης και της Πόλης, όπως ο Κώστας Σκαρβέλης, ο Ιάκωβος Μοντανάρης, ο Ιωάννης Δραγάτσης, ο Κώστας Τζόβενος, ο Σπύρος Περιστέρης, ο Κώστας Καρίπης, ο Γρηγόρης Ασίκης, ο Σωτήρης Γαβαλάς, ο Μανώλης Χρυσαφάκης, ο Βαγγέλης Παπάζογλου και άλλοι.

Τα «σουξέ»...
 Τα δημοφιλέστερα τραγούδια της: «Δημητρούλα», «Τα κεριά τα σπαρματσέτα», «Ναυτάκι», «Χαρικλάκι», «Κάτω στα λεμονάδικα», «Μπαμπέσα», «Καναρίνι μου γλυκό», «Αμανές», «Μπαμ και μπουμ», «Μη βιάζεσαι μικρή μου θα σ' αρραβωνιαστώ», «Γύφτισσα», «Λιλή η σκανταλιάρα», «Σέρβικος πολίτικος», «Έλα φως μου», «Μού 'χεις πάρει το μυαλό», «Αερόπλανο θα πάρω», «Πατρινιά», «Μαρικάκι μου», «Ελενίτσα μου», «Η Εβραιοπούλα» κ.ά.

Next page