Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

Κωνσταντίνος Καζάκος: «Δεν είμαι η μάνα μου, ούτε ο πατέρας μου, ρε! Είμαι εγώ»


 
Το πρόσωπό του θυμίζει έντονα τους γονείς του, ιδίως τη μητέρα του. Χαμογελά -με το χαμόγελο της Τζένης- και μου ’ρχονται στο μυαλό σκηνές από ταινίες. 
Τον ξανακοιτάω και προσπαθώ να εντοπίσω τα σημάδια... του Τσιτσάνη από την πρόσφατη μεταμόρφωσή του  στο «Your face sounds familiar»  που του έδωσε και την πρώτη θέση στη συνολική βαθμολογία. Οχι, δεν του φέρνει καθόλου, όμως κατάφερε να τον θυμίσει, να πιάσει την ανέκφραστη φυσιογνωμία του.  Οι οικογενειακές καταβολές έπαιξαν κι εδώ τον ρόλο τους. Μου λέει ότι είχε από πολύ μικρός στενή σχέση με το ρεμπέτικο: «Ο πατέρας μου έβαζε συνέχεια στα ταξίδια ρεμπέτικα, ιδίως Τσιτσάνη. Πηγαίναμε με τους γονείς μου και τον βλέπαμε, του έχω σφίξει και το χέρι. Την είχα την εικόνα του πολύ καλά, το θέμα ήταν πώς εγώ θα γινόμουν Τσιτσάνης. Εντάξει, τελικά φάνηκε ότι τα ψιλοκατάφερα...».  

Σήμερα το βράδυ θα μεταμορφωθεί σε Αλκαίο και στο μέλλον σε γυναίκα. Ωστόσο καμία προοπτική δεν τον αγχώνει: «Δεν το έχω πάρει ότι είναι δουλειά η οποία θα κρίνει την καριέρα μου. Δεν είναι κάτι πια το τόσο σημαντικό, μην τρελαινόμαστε, είναι ένα παιχνίδι. Το θέμα είναι να το ευχαριστηθούμε, να περάσουμε καλά.

Θα γίνουν και βλακείες, σε μερικά θα είμαι καλός, σε άλλα δεν θα είμαι. Ε, και;». Επιμένω σε αυτό και τον ρωτάω ευθέως: Δεν σε στενοχωρεί τουλάχιστον εκείνη τη στιγμή μια αρνητική κριτική ή χαμηλή βαθμολογία; «Χαμηλές βαθμολογίες είχα πάρει στον Ελβις. Δεν με ένοιαξε καθόλου γιατί εμένα αυτό που έκανα μου άρεσε. Πάντα ευχαριστιέσαι όταν ακούς καλά λόγια, αλλά κι άμα δεν πάρω μια καλή κριτική, δεν θα το πάρω και του θανατά...» μου λέει. Τον ρωτάω τι λένε οι δικοί του για τη συμμετοχή του στο σόου. «Στην αρχή ο πατέρας μου δεν ήθελε ούτε να το ακούσει. Ολο “τι δουλειά έχεις εσύ να πας εκεί;” και τέτοια μου έλεγε. Του είπα “κάτσε, περίμενε, θα δεις”. Της κόρης μου της αρέσει. Η γυναίκα μου είναι η πιο αυστηρή από όλους και καλά κάνει. Δεν θέλω κάποιον να μου χαϊδεύει τα αφτιά. Ποτέ δεν ήθελα», λέει.



Η υποκριτική και οι κιθάρες
Ζητάω να πει ένα πρόσωπο που θα ήθελε να υποδυθεί στο μέλλον και επιλέγει τον Τζίμι Χέντριξ, δίνοντάς μου την καλύτερη πάσα για να περάσω σε ένα άλλο μεγάλο κομμάτι της ζωής του: τη μουσική. Από πολύ μικρός είχε συγκροτήματα (στο σχολείο έπαιζε με τον Γιάννη Παπαμιχαήλ στα Αχτύπητα Φιλέτα, το οποίο, όπως μου είπε, ήταν από τα καλύτερα σχολικά συγκροτήματα τότε), όταν όμως έφτασε η στιγμή να διαλέξει επαγγελματική σταδιοδρομία, προτίμησε την υποκριτική. «Και η υποκριτική και η μουσική είναι μεγάλοι έρωτες για μένα. Αλλά η μουσική που ήθελα να κάνω εγώ, τότε που ήμουν πολύ άγριο νιάτο -χέβι μέταλ, χαρντ ροκ και τέτοια-, δεν θα είχε καμία τύχη στην Ελλάδα. Σκέφτηκα λοιπόν ότι δεν μπορώ να κάνω καλά ταυτόχρονα και τα δύο, οπότε θα κάνω το ένα. Ηταν λάθος μου. Επρεπε να κάνω και τα δύο από τότε. Το έχω μετανιώσει, αλλά δεν πειράζει. Ποτέ δεν είναι αργά. Τα κάνω τώρα. Πάντα έπαιζα σε συγκρότημα και τα τελευταία επτά χρόνια άρχισα να παίζω πιο συχνά, έγραψα τα κομμάτια μου, έβγαλα και τον δίσκο μου. Ετσι, για να έχουν να ακούνε κάτι από μένα τα παιδιά μου όταν μεγαλώσουν. Αλλά κι επειδή ήταν ανάγκη μου να εκφραστώ και μέσα από τη μουσική», σημειώνει ο Κωνσταντίνος Καζάκος. 


«Θέλω να είμαι στη σκηνή»
Στην υποκριτική μπήκε με μια πολύ βαριά κληρονομιά. Αλλωστε αυτό το γνώριζε από την αρχή: «Από τότε που αποφάσισα να γίνω ηθοποιός ήξερα ότι θα με έχουνε στην μπούκα συνέχεια: “Γιατί δεν είσαι τόσο καλός όσο η μάνα σου, γιατί δεν είσαι τόσο καλός όσο ο πατέρας σου” κ.λπ. Γιατί δεν είμαι ούτε η μάνα μου, ούτε ο πατέρας μου, ρε! Είμαι εγώ, απλά! Δεν μπήκα ποτέ σ’ αυτό το τριπάκι, παρόλο που όλοι μπαίνουν. Είμαι μια άλλη οντότητα. Το να με συγκρίνεις με τη μάνα μου νομίζω είναι λάθος». 
Το θέμα, βέβαια, είναι αν ο ίδιος έκανε αυτή τη σύγκριση. Απαντά αρνητικά και τονίζει: «Εγώ ήξερα ότι πάω τώρα στον πόλεμο, θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ, θα είμαι αυτός που είμαι κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει. Αφού αυτό θέλω να κάνω, θα το κάνω και τελείωσε η υπόθεση. Δεν μπορώ να κάνω άλλη δουλειά. Θέλω να είμαι εκεί, στη σκηνή. Είτε ως ηθοποιός, είτε ως μουσικός. Να είμαι εκεί». Του μιλάω για τη μεγάλη φυσιογνωμική ομοιότητα που έχει με τη μητέρα του και παραδέχεται ότι και ο ίδιος τη βλέπει στον καθρέφτη του. Ρωτάω αν σήμερα βλέπει τις ταινίες της κι αν υπάρχει μια σκηνή που τον συγκινεί ιδιαίτερα. «Υπάρχουν πολλές. Μία, ας πούμε, που δεν αντέχω με τίποτα είναι από τη “Λατέρνα”, και συγκεκριμένα η σκηνή που η μάνα μου πέφτει για ύπνο πάνω στα άχυρα. Με τη μουσική που έχει από κάτω... τελείωσε. Δεν μπορώ καθόλου», μου λέει. 

«Είμαστε έθνος βλακών»
Πέρσι τέτοιο καιρό, σε συνέντευξή του πάλι, είχε πει ότι «ο κόσμος πρέπει να ξεσηκωθεί». Τον ρωτάω αν σήμερα βλέπει διεξόδους, αν είναι πιο αισιόδοξος και διαπιστώνω ότι είναι ασυγκράτητος: «Αισιόδοξος δεν είμαι καθόλου διότι βλέπω πως ο κόσμος δεν κάνει τίποτα. Τα δεχόμαστε όλα πολύ παθητικά. Είμαστε τα αρνιά που τα πάνε για σφαγή. Σφάζουν τον μπροστινό μας, σφάζουν τον διπλανό μας κι εμείς περιμένουμε τη σειρά μας και δεν κάνουμε τίποτα. Εχω απογοητευτεί πάρα πολύ με τα αποτελέσματα των εκλογών. Οταν βλέπω ότι ο Ελληνας πάει και ψηφίζει τους ίδιους που ρίξανε το καράβι στα βράχια για να το βγάλουνε από τα βράχια, είναι ηλίθιος απλά, είναι βλάκας. Και είμαστε έθνος βλακών». 



Καλή η αυτοκριτική, αλλά ποια είναι η λύση, ποια η πρόταση; «Να αλλάξουμε πρώτα εμείς, να ξεβολευτούμε, να μην περιμένουμε από τον διπλανό μας, αλλά να πάρουμε τα πράγματα στα χέρια μας. Διότι απειλείται η ζωή μας, είμαστε σε πόλεμο κανονικό. Απλά είναι οικονομικός. Δεν έχει μάχες, αλλά έχει αίμα. Το πόσοι άνθρωποι έχουν αυτοκτονήσει δεν το λέει κανένας. Και φταίτε κι εσείς οι δημοσιογράφοι πάρα πολύ. Εχει χυθεί αίμα. Λοιπόν, πρέπει να χυθεί το αίμα άλλων πια. Και είμαι απόλυτος σε αυτό. Δεν αλλάζει το πράγμα αλλιώς. Πρέπει να γίνει, δεν ξέρω κι εγώ τι, επανάσταση, μπουρλότο. Πρέπει ένα λαϊκό κίνημα να πάρει στα χέρια του την εξουσία. Με επανάσταση; Με επανάσταση, δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά», τονίζει ο Κωνσταντίνος Καζάκος. 

Λέω να το ελαφρύνω λίγο και τον ρωτάω για τα όνειρά του. «Τώρα το όνειρό μου είναι να αποκτήσω μια σιγουριά οικονομική, γιατί ευτυχώς στα προσωπικά μου είμαι μια χαρά με τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Αυτό που με αγχώνει είναι το τι θα γίνει, διότι δεν είμαι εφοπλιστής, ζω από τη δουλειά μου και η δουλειά μου τώρα είναι... άσ'τα να πάνε στον διάολο», μου λέει.

Ζητάω να μου πει ένα τρελό του όνειρο, όπως π.χ. μια συναυλία στο Γουέμπλεϊ, κι εκείνος συμφωνεί και επαυξάνει: «Αυτό πολύ θα το ήθελα! Να παίξω σε μια συναυλία μαζί με τους AC/DC. Πολύ θα το γούσταρα! Και ταυτόχρονα να έκανα, ας πούμε, κι έναν Οιδίποδα στην Επίδαυρο...». 


www.protothema.gr/

Next page