Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Τρία ρεμπέτικα τραγούδια από την εποχή της κατοχής...

Γράφει ο
Γιώργος Σακελλαρίδης
διδάκτορας μουσικής παιδαγωγικής
και διευθυντής Χορωδιών.


Γράφω τούτο το κείμενο όντας πλέον πεπεισμένος πως η χώρα μας, όπως και άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου, βρίσκονται υπό Γερμανική κατοχή. Ζούμε ένα άλλο πόλεμο. Τον οικονομικό. Εξίσου επώδυνο και καταστροφικό με τον συμβατικό πόλεμο.

Φέρνω στο μυαλό μου την ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ του λαού μας το ’40 , και αναλογίζομαι ποια είναι η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ μας σήμερα, ή ποια θα είναι η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ μας στο πολύ κοντινό μέλλον.
Αναφορικά με το ρεμπέτικο τραγούδι την εποχή της Κατοχής, μια από τις έγκυρες μελέτες όπως αυτή του Κώστα Ταχτσή , μας πληροφορεί ότι τα ρεμπέτικα «δεν ήταν τραγούδια της αντίστασης. Δε μιλούσαν για τα φαρμάκια της κατοχής. Μιλούσαν για κάτι πιο μόνιμο. Για τα φαρμάκια της ζωής – και καθένας έδινε την ερμηνεία που ήθελε».

Είναι αλήθεια πως, ερευνώντας κανείς, βρίσκει σχετικά λίγα άλλα σημαντικά ρεμπέτικα τραγούδια που γράφτηκαν την περίοδο της κατοχής και μιλούν αποκλειστικά για το θέμα αυτό.
Ο κατ’ εξοχήν συνθέτης της Κατοχής ήταν ο Μιχάλης Γενίτσαρης. Είναι αυτός που έγραψε, μεταξύ άλλων τραγουδιών και τον περίφημο «Σαλταδόρο». Ας θυμηθούμε τους στίχους του.

«ΣΑΛΤΑΔΟΡΟΣ»

Ζηλεύουνε δε θέλουνε
Ντυμένο να με δούνε
Μπατίρη θέλουν να με δουν
Για να ευχαριστηθούνε.

Μα’ γω πάντα βολεύομαι
Γιατί τη νε σαλτάρω
Σε καν’ αμάξι Γερμανού
Και πάντα τη ρεφάρω.

Μπενζίνες και πετρέλαια
Εμείς τα κυνηγάμε
Γιατί έχουμε πολλά λεφτά
Και μόρτικα γλεντάμε.

Οι Γερμανοί μας κυνηγούν
Μα εμείς δεν τους ακούμε
Εμείς θα τη σαλτάρουμε
Ώσπου να σκοτωθούμε.

Θα σαλτάρω θα σαλτάρω
Τη ρεζέρβα να τους πάρω.

Σάλτα, ρίξε τη ρεζέρβα
Είναι ντου και σήκω φεύγα.


Να τη γράφει ο Μιχ. Γενίτσαρης στα απομνημονεύματα του, για το πώς εμπνεύστηκε το τραγούδι αυτό. «…Λίγο μετά που ήρθανε οι Γερμανοί και κάνανε κατοχή, άρχισαν διάφοροι θαρραλέοι άνθρωποι και έκαναν ντου στους Γερμανούς και έκλεβαν ό, τι έβρισκαν. Όπως πάγαιναν τα αυτοκίνητα τα γερμανικά στο δρόμο, φορτωμένα πράγματα, ο ένας ή δύο πήδαγαν απάνω και πετάγανε στο δρόμο τα πράγματα. Οι άλλοι της ομάδας, που την είχανε στήσει σε πόστα, αρχίζανε να μαζεύουν…. Αυτοί όλοι παίζανε τη ζωή τους κορώνα-γράμματα κάθε λεπτό , γιατί όποιον πιάνανε οι Γερμανοί τον σκοτώνανε αμέσως. Επειδή λοιπόν σαλτάρανε στ’ αυτοκίνητα, τους λέγανε σαλταδόρους».

Ε λοιπόν το «Σαλταδόρο», τον τραγουδούσαν ακόμη και Γερμανοί, χωρίς να γνωρίζουν το περιεχόμενο του, χωρίς να καταλαβαίνουν το στόχο του. Που δεν ήταν άλλος από την εμψύχωση του απλού λαού, έστω και μέσα από ένα τέτοιο τραγούδι, αφού στην πραγματικότητα, ειδικά η τέταρτη στροφή του περιγράφει ένα ιδιότυπο τρόπο αντίστασης. Όλο το ποίημα- τραγούδι εξάλλου έχει ως περιεχόμενο του, ένα επικίνδυνο τρόπο επιβίωσης. Σε εποχές Κατοχής, ενέργειες όπως αυτές των «Σαλταδόρων», φυσικά και δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως πράξεις παρανομίας. Περισσότερο με πράξεις παλικαριάς , αλλά και πράξεις επιβίωσης μπορούν να καταγραφούν.

Δικαιολογημένα λοιπόν ο δημιουργός του τραγουδιού, ο Μιχάλης Γενίτσαρης, έχει γράψει: «… Λέω, ότι το τραγούδι μου αυτό είναι ο Ύμνος της Κατοχής».
Ένα άλλο ρεμπέτικο τραγούδι, λιγότερο γνωστό όμως, που καταπιάνεται με το θέμα της γερμανικής Κατοχής, είναι αυτό του Μαρινάκη που σύμφωνα με τον Τάσο Σχορέλη, γράφτηκε στις 4/5/1942. Ας το διαβάσουμε.

KATOXH, 1941
Κατοχή , Σαρανταένα,
Τα παιδάκια τα καημένα
τρεμουλιάζουν μες τους δρόμους
νηστικά και τρομαγμένα .

Όλα τους σκελετωμένα,
Πεινασμένα και πρησμένα,
Απ’ τα σπίτια τους τα παίρναν
Και τα στοίβαζαν στα τρένα.

Στο Νταχάου τα πηγαίναν
Και τα κάνανε σαπούνι
Και τα πιάτα τους επλέναν.
Όταν τρώγανε οι Ούνοι.

Για το παραπάνω τραγούδι, ο Ηλίας Πετρόπουλος γράφει: «Η εκ των υστέρων επιβεβαιωμένη πληροφορία ότι οι γερμανοί κάνανε σαπούνι από τα καμένα πτώματα των ομήρων , ουδόλως θέτει εν αμφιβολία την ημερομηνία δημιουργίας του τραγουδιού, καθόσον μια τέτοια φρικαλέα φήμη κυκλοφορούσε σ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής. Η προσωνυμία Ούνοι ήτανε της μόδας εκείνα τα χρόνια».

Ακολουθεί ένα τρίτο ρεμπέτικο τραγούδι που γράφτηκε την εποχή της Κατοχής, και μιλά γι’ αυτήν.

ΠΟΣΕΣ ΚΑΡΔΟΥΛΕΣ ΚΛΑΨΑΝΕ
Πόσες καρδούλες κλάψανε
Σ’ αυτά τα μαύρα χρόνια
Που ζήσαμε μες τη σκλαβιά
Και μες στην καταφρόνια!

Πόσα κορμάκια πήγανε
Και νιάτα έχουν σβήσει
Και πόσα σπίτια απ’ άδικο
Για πάντα έχουν κλείσει!

Η μαύρη με το γερμανό
Έγιναν η αιτία,
Που το λαό μας ρίξανε
σε τόση δυστυχία.

Ας όψονται οι αίτιοι
Που κάψαν την καρδιά μας,
Και πλούτησαν και γλέντησαν
Με την απελπισιά μας.

Το τραγούδι είναι ένα ζεϊμπέκικο γραμμένο το 1943(;), από τον Στράτο Παγιουμτζή . Ο Ηλίας Πετρόπουλος σημειώνει πως γρήγορα η τρομοκρατία της εποχής εκείνης, το έπνιξε…. Η Μαύρη είναι η μαύρη αγορά της Κατοχής.

Ο Ηλίας Πετρόπουλος, στην εμπεριστατωμένη μελέτη του για το ρεμπέτικο τραγούδι, σταχυολογεί λίγο περισσότερα από 20 τραγούδια που περιγράφουν την υπόθεση της Κατοχής.

Και η γνώστη μας «Συννεφιασμένη Κυριακή» του Τσιτσάνη, γράφτηκε την εποχή της Κατοχής, με ερέθισμα τη δολοφονία από τους κατακτητές, ενός νέου αντιστασιακού).

Ο Τάσος Βουρνάς σε μελέτη του για το λαϊκό τραγούδι, έχει γράψει: «Ο φασισμός σ’ όλες τις περιοχές της Ευρώπης όπου επικράτησε προσπάθησε να επιβάλει μια μουσική ψευτοευεξία με φανφάρες και θούρια , αποκλείοντας την έκφραση του πόνου των εργαζομένων μαζών με το τραγούδι».

Πηγή rodiaki.gr

Next page