Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Αγάθωνας: Το παπαδάκι που έγινε ρεμπέτης


Θέληση είναι εκείνο που σε υποχρεώνει να νικάς όταν η λογική σού λέει πως έχασες, λένε και ο Αγάθωνας Ιακωβίδης, όπως έχει αποδείξει η πορεία της ζωής του, έχει θέληση και μια λογική που δεν ξεπερνάει το συναίσθημά του.

Γεννήθηκε στον Ευαγγελισμό Λαγκαδά από γονείς Μικρασιάτες. «Μικρασιάτες ήταν και όλοι μου οι συγχωριανοί. Εζησα πολύ όμορφα παιδικά χρόνια, με αγάπη, με φροντίδα και με ατελείωτες ώρες παιχνιδιού. Φτώχεια στο χωριό είχαμε, πείνα δεν είχαμε. Ημασταν όλοι αγρότες και μπορεί να μην είχαμε καινούργια ρούχα, αλλά πάντα είχαμε να φάμε και ό,τι χρειαζόμαστε για το σχολείο», εξιστορεί.

Πού τον έχανες, πού τον έβρισκες, δίπλα σε μια ορχήστρα ήταν ο Αγάθωνας. «Οπως ξέρετε, οι πρόσφυγες ήταν και είναι πολύ γλεντζέδες. Είχαν γραμμόφωνα και κάθε Σάββατο ή Κυριακή στα καφενεία ή στα σπίτια για ψύλλου πήδημα στήνονταν γλέντια. Παρακολουθούσα τα πάντα, γάμους, πανηγύρια, γιορτές, πάντα δίπλα στους μουσικούς. Στεκόμουν εκεί μήπως και σπάσει καμιά χορδή από το λαούτο ή το μπουζούκι και την πάρω να την καρφώσω σε ένα ξύλο και να το μετατρέψω σε όργανο.
Ετσι είχα φτιάξει και το πρώτο μου μουσικό όργανο. Κάρφωνα σε ένα ξύλο χορδές και έκανα πως έπαιζα. Αφού η μάνα μου όταν αργούσα να πάω σπίτι, ήξερε πού θα με έβρισκε. Σε κάποιο γλέντι δίπλα στα όργανα», θυμάται και χαμογελάει.

Πολλές ήταν και οι ώρες που περνούσε στην εκκλησία. « Α, βέβαια! Στο σόι μου είχαμε παπάδες και ψάλτες. Μεγάλωσα με βυζαντινή μουσική και μέσα στις εκκλησίες. Ημουν και παπαδάκι, γενικός δερβέναγας στο ιερό. Αφού αν κάποιο από τα παιδιά ήθελε να γίνει παπαδάκι, εμένα έπιανε μέσον», λέει γελώντας. Παιδί με άποψη, ο Αγάθωνας Ιακωβίδης δεν δίσταζε ποτέ να την πει και να διαφωνήσει, ακόμα κι αν επρόκειτο για τον πατέρα του ή για τους δασκάλους και τους καθηγητές του.

«Με τον πατέρα μου δεν τα πηγαίναμε πολύ καλά και έφυγα δεκαπέντε ετών από το σπίτι για να πάω στη Θεσσαλονίκη. Παράτησα τα πάντα. Το σχολείο, το σπίτι, χωρίς να ξέρω τι θα κάνω, απλώς γιατί είχα άλλη άποψη. Ημουν στραβόξυλο από τότε. Διαφωνούσα με όποιον μου πήγαινε κόντρα. Δεν ήταν ότι δεν μου άρεσε το σχολείο, ο τρόπος διδασκαλίας δεν μου άρεσε. Βρήκα, λοιπόν, μια δουλειά σε μια βιοτεχνία και πήγα κι έμεινα με έναν ξάδερφο του πατέρα μου, ο οποίος όμως ήταν κοντά στην ηλικία μου», λέει ο γνωστός ρεμπέτης.

Στη Θεσσαλονίκη γνώρισε τις μπουάτ. «Πηγαίναμε με τους φίλους μου στον Λευκό Πύργο. Ηταν η δεύτερη εποχή των μπουάτ, η δεκαετία του ’70. Μαγεύτηκα! Γνωρίστηκα με τους μουσικούς και με ανέβαζαν να πω κανένα τραγουδάκι. Σκέφτηκα μετά να πάρω και μια κιθάρα, για να μην είναι κρεμασμένα τα χέρια μου και έτσι μπήκα στον χώρο. Μέχρι τότε δεν το είχα σκεφτεί. Το μόνο που ήξερα είναι ότι τραγουδάω καλά. Με έναν τρόπο ήταν σαν να ήμουν έτοιμος, δεν μου έδειξε κανείς τίποτα. Για δύο χρόνια πριν πάω φαντάρος ήμουν επαγγελματίας. Οταν γύρισα από τον στρατό όμως δεν με ήξερε κανείς και έκανα δεύτερη αρχή, αφού πρώτα δούλεψα ως αλλαντοποιός. Με έδιωξαν όμως για συνδικαλιστικούς λόγους, αφού κατέβαζα τους εργάτες σε απεργία» περιγράφει.

Το πρώτο τραγούδι που είπε ως επαγγελματίας ήταν του Μάνου Χατζιδάκι από τον «Ματωμένο γάμο» και το «Παραμύθι χωρίς όνομα». Μόνος του έμαθε κιθάρα, μπαγλαμά, μπουζούκι… «Από το ’75 και μετά αποφάσισα να λέω μόνο ρεμπέτικα. Ηρθε, λοιπόν, και με βρήκε ένας και με το ζόρι με έπεισε ότι πρέπει να παίξουμε παρέα. Δέχτηκα, βρήκαμε κι άλλους και το ‘78 κάναμε το Ρεμπέτικο Συγκρότημα της Θεσσαλονίκης».

Το 1980 έπαιξαν με τον Μάνο Χατζιδάκι στα Ανώγεια της Κρήτης. Η αναμετάδοση στο κρατικό ραδιόφωνο τους έφερε ένα συμβόλαιο σε δισκογραφική. «Εγώ από μόνος μου δεν υπήρχε περίπτωση να γυρνάω με τις κασέτες στις δισκογραφικές. Κάναμε τρεις δίσκους και μετά διαλύσαμε το συγκρότημα γιατί ήρθαμε στην ξελογιάστρα την Αθήνα. Για να μη χαλάσουμε τη φιλία μας, χαλάσαμε το συγκρότημα και τράβηξα μόνος μου τον δρόμο μου».

Αν και τυχερός, είχε και τις «ατυχίες του». «Μια φορά, πιο παλιά, έφεραν σε μια ταβέρνα τον Θεοδωράκη για να με ακούσει, αλλά εγώ εκείνη τη νύχτα είχα σκοπιά στα γραφεία του ΚΚΕ. Ημουν οργανωμένος στο κόμμα. Μου είπαν λοιπόν να πάω και δεν πήγα στο μαγαζί και έτσι έχασα την ευκαιρία να πω τραγούδια του Θεοδωράκη».

Ακολούθησαν νέες συνεργασίες με τα μεγαλύτερα ονόματα του ρεμπέτικου τραγουδιού, με εμφανίσεις σε νυχτερινά μαγαζιά και συνεργασίες με δισκογραφικές εταιρείες. Στον «Σαμπάνη», στα Πατήσια, τον είδαν και οι δικοί του να τραγουδάει. «Ερχονταν και με έβλεπαν και οι συγχωριανοί μου. Την πρώτη φορά που ο πατέρας μου άκουσε τραγούδι μου στο ραδιόφωνο με παραδέχτηκε. Μετά έπαιρνε τις κασέτες μου και τις μοίραζε στους φίλους του. Είχε βρει τον αντιπρόσωπο στη Θεσσαλονίκη και τις έπαιρνε σε τιμές κόστους και τις χάριζε».

Ο Αγάθωνας Ιακωβίδης εργάζεται ασταμάτητα. «Είχα μία γεμάτη 25ετία. Εκανα πολλές και καλές συνεργασίες με κορυφαίους μουσικούς. Δούλεψα με όσους παλιούς είχαν μείνει και με νέους πολύ καλούς. Με τον Στέλιο Φωτιάδη κάναμε πολλούς δίσκους και ήμουν στην εταιρεία χωρίς συμβόλαιο, με τον λόγο τιμής, όπως κάνανε παλιά οι καραβοκύρηδες. Μέχρι το 2008 ήταν γεμάτες σεζόν. Εμφανίσεις, συναυλίες τα καλοκαίρια, ανάσα δεν έπαιρνα. Από το 2009 ήρθαν τα πάνω κάτω. Αφού καμιά φορά αναρωτιέμαι, είμαι μουσικός; Αφού δεν δουλεύω. Μπορεί να κάνω και τρεις μήνες να δουλέψω».

Η συμμετοχή του στη Eurovision ήταν για εκείνο ένα... σοβαρό αστείο. «Ε, χαβαλές είναι. Ακούστε, οι άνθρωποι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: αυτούς που δεν έχουν χιούμορ και δεν θα αποκτήσουν ποτέ και αυτούς που έχουν και ενδέχεται να το μεγαλώσουν. Αυτοί λοιπόν που έχουν χιούμορ έχουν καταλάβει γιατί πάω στη Eurovision. Αυτοί που δεν έχουν δεν θα καταλάβουν ποτέ και προσπαθούν να το πάρουν στα σοβαρά. Λένε λοιπόν ότι η πατρίδα μας έχει προβλήματα κι εμείς πάμε στη Eurovision; Μα, δεν πληρώνουμε τίποτα. Τα πληρώνει όλα η εταιρεία που είναι τα παιδιά, οι Κόζα Μοστρα. Γιατί να πω “όχι” στα παιδιά και να μην πάω στον διαγωνισμό; Με είχαν βρει αρχικά και μου είπαν να το ηχογραφήσουμε για να βγει σε CD. Το κάναμε και μετά από λίγο καιρό έρχονται και μου λένε ότι η εταιρεία το προτείνει για τον ελληνικό τελικό. Μάλιστα με κοιτούσαν στα μάτια γιατί πίστευαν ότι θα πω “όχι”, αλλά εγώ τους είπα φυσικά “ναι”. Φυσικά πάμε και θα βγούμε πρώτοι κι εδώ κι εκεί. Τους έκανα και κάνω και πλάκα γιατί θυμήθηκα τους ΑBBA και έλεγα: “Θα σας κάνω ΑBBA” και γελούσαν. Χάρηκαν τα παιδιά που φτάσαμε εδώ».

Επιστρατεύοντας το γνωστό του χιούμορ, αποκαλύπτει όμως κι έναν άλλο λόγο που είπε το «ναι» για τον διαγωνισμό. «Συμφώνησα γιατί έτσι θα γνώριζα την Παπαρίζου. Λίγο το έχετε για έναν άντρα σαν κι εμένα, 58 ετών, να γνωρίσει την Παπαρίζου; Βέβαια, μου αρέσει και ως γυναίκα και ως τραγουδίστρια. Εγώ δεν μπορώ να της προτείνω συνεργασία γιατί είμαι ντροπαλός (γέλια), να μου το προτείνει εκείνη. Γνωριστήκαμε πάνω στη σκηνή στον ελληνικό τελικό. Μου είπε: “Θα τους πάρεις τα σώβρακα στη Σουηδία με το μπαγλαμαδάκι σου”. Μου άρεσε αυτή η έκφραση, αλλά δεν την έχω ξαναδεί από τότε», λέει γελώντας.

«Τη δουλειά μου την παίρνω πολύ σοβαρά. Για τη μουσική μπορεί να μαλώσω, να χαλάσω σχέσεις. Κάποιοι συνάδελφοί μου δεν έχουν καταλάβει τίποτα και βγαίνουν και λένε ό,τι τους κατέβει και επειδή έχω την αξιοπρέπεια πάνω απ' όλα, απαντώ σε όλους. Ποτέ όμως δεν ξεκίνησα πρώτος εγώ κάτι. Απαντάω αμυνόμενος. Δεν θα με ενοχλούσε να πει κάποιος ότι δεν του αρέσει η φωνή μου, τα τραγούδια μου, αυτή θα ήταν η άποψή του. Ομως την αξιοπρέπειά μου και την πορεία μου δεν τη διαπραγματεύομαι. Οταν με προκαλούν θα μιλάω, δεν θα αφήσω αναπάντητο τίποτα. Κι εγώ έχω κάνει λάθος. Στο παρελθόν είχα πει κάτι για τον Μητσιά και τον στενοχώρησα ή για τον Νταλάρα, που λέει τα καλύτερα για μένα ή τις προάλλες που με είχε ρωτήσει η Φαίη (Σκορδά) αν μου αρέσει ο Μαζωνάκης και είπα όχι, γιατί να το πω; Ο αυθορμητισμός μου καμιά φορά με παρασύρει. Δεν τον έχω ακούσει τον άνθρωπο. Δεν έχω σκοπό να στενοχωρήσω κανέναν. Απλώς σε μια ζωντανή εκπομπή μπορεί να παρασυρθείς. Οταν κάνω φάουλ το παραδέχομαι», ξεκαθαρίζει.

Οι θαυμάστριες και η γνωριμία το 1978 με τη γυναίκα του

Ο έρωτας στη ζωή του έπαιξε σημαντικό ρόλο. «Σε όλους τους άνδρες παίζουν ρόλο οι γυναίκες. Ο έρωτας είναι κινητήρια δύναμη στο σύμπαν… Με τη γυναίκα μου γνωριστήκαμε το ‘78 και μετά ερχόταν όπου παίζαμε. Εμείς τότε ήμασταν αλανιάρηδες, είχαμε θαυμάστριες και γινόταν χαμός, όπως γίνεται τώρα με τα παιδιά, τους Κοza, που τους βλέπω και τους χαίρομαι… Τότε λοιπόν δεν είχα στο νου μου μόνιμους δεσμούς, αλλά με την υπομονή τι να κάνω κι εγώ, ενέδωσα (γέλια). Ο γιος μας είναι 26 ετών. Είναι φυσικός και θα κάνει μεταπτυχιακό στη Σουηδία. Αλλά είναι μουσικός. Παίζει ούτι, κιθάρα, λαούτο, μαντολίνο και τώρα κάνει κλασικό βιολί», λέει με υπερηφάνεια.

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ

1. Του αρέσουν τα γρήγορα αυτοκίνητα και είναι λάτρης της ταχύτητα. «Ραλίστας έπρεπε να είχα γίνει», λέει χαριτολογώντας.

2. Είναι συλλέκτης μουσικών οργάνων.

3. Αγαπάει την Κρήτη, το Πήλιο, τον Όλυμπο. «Αγαπάω την Ελλάδα. Θεωρώ ότι είναι η αρχή των πάντων».

4. «Εχθρούς δεν έχω. Αν κάποιο το θεωρούν κακό του κεφαλιού τους. Εχω να μαλώσω με άνθρωπο από το στρατό», υποστηρίζει.

5. Στον στρατό «έφαγε» 2,5 μήνες φυλακή γιατί έδειρε έναν αρχιλοχία. «Με έβρισε. Του είπα ότι κρύβεται πίσω από τα διακριτικά του, τα πέταξε και πλακωθήκαμε. Ε, έφαγα φυλακή», θυμάται.

6. Αυτό που δεν γνωρίζουμε για τον Αγάθωνα είναι ότι: «είμαι σουρεαλιστής και με τους φίλους μου μας αρέσει να δημιουργούμε λέξεις. Είμαστε  λεξιπλάστες. Αγαπάω το καλό χιούμορ και το χαίρομαι», αποκαλύπτει.

7. Ο μυθικός ήρωας Ηρακλής είναι ο αγαπημένος του. «Ηρακλής for ever», λέει γελώντας.

8. «Αγαπώ τα ρεμπέτικα. Ακούω όμως και ξένα, δημοτικά, παραδοσιακά πολλών χωρών. Μου αρέσουν τα τζαζ, μπλουζ, παλιά ροκ. Οι Μετάλλικα είναι αγαπημένοι μου. Οπως και οι Νταλάρας, Πάριος, Γονίδης, Χριστοδουλόπουλος».

9. Με τον Αντώνη Ρέμο, που είναι από το ίδιο χωριό, δεν έχουν συναντηθεί ποτέ.

ΡΑΝΙΑ ΤΡΑΓΟΜΑΛΛΟΥ  Espressonews.gr

Next page