Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

Μια γνωριμία με τον Σταύρο Τζουανάκο


 
Αγαπημένος ερμηνευτής του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού και μαζί σημαντικός συνθέτης. Μια φωνή εκφραστική, γνήσια ρεμπέτικη, νταλγκαδιάρικη που αγγίζει την καρδιά και γεννά πολλά συναισθήματα στον ακροατή. 

Ο Σταύρος Τζουανάκος, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ολοκληρωμένου δημιουργού. Τη χρονική περίοδο από το 1948 έως και το 1964 πρόσφερε στο ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι περίπου 140 όμορφα τραγούδια (δικά του και άλλων δημιουργών) που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Ανήκει στην τελευταία «φουρνιά» των δημιουργών του νεώτερου ρεμπέτικου τραγουδιού (1940 - 1955). Επηρεασμένος έντονα από τα σκληρά και απάνθρωπα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου, ο Σταύρος Τζουανάκος μεταφέρει στα τραγούδια του -ίσως καλύτερα και εντονότερα από άλλους λαϊκούς συνθέτες της εποχής του- το κλίμα της μελαγχολίας, της κοινωνικής αδικίας, της στέρησης, της απόγνωσης και αποσύνθεσης της ελληνικής κοινωνίας, της ερωτικής απόγνωσης και της απιστίας, του χωρισμού, του θανάτου κλπ. Συχνά όμως στα τραγούδια του κινείται και σε κλίμακες αισιοδοξίας.
Στη δεκαετία του ’50 μεταναστεύει στις ΗΠΑ όπου εργάζεται σαν τραγουδιστής και μουσικός και παράλληλα ηχογραφεί πολλά από τα τραγούδια του. Εκεί θα φύγει ξαφνικά από τη ζωή σε ηλικία μόλις 49 ετών. (Μεγάλο βιογραφικό σημείωμα και πλήρη κατάλογο με την εργογραφία-δισκογραφία του, μπορείτε να δείτε εδώ). Με δυσκολία ξεχωρίζω μερικά από τα τραγούδια που ερμήνευσε μοναδικά: «Η μαύρη φτώχεια κι η ανεργία/έχει θερίσει την κοινωνία»...

Ακούγοντας το τραγούδι έρχονται στα μάτια μας εικόνες «ρεαλιστικές», σημερινές, μιας κοινωνίας που κάνει βήματα όπισθεν ολοταχώς προς το παρελθόν. «Η μαύρη φτώχεια», ένα τραγούδι από τα πολλά με κοινωνικό περιεχόμενο, που έγραψε ο μεγάλος δημιουργός Μπάμπης Μπακάλης: Η ΜΑΥΡΗ ΦΤΩΧΕΙΑ Στίχοι: Μπάμπης Μπακάλης, Κουβάς Μουσική: Μπάμπης Μπακάλης, Κουβάς Πρώτη εκτέλεση: Σταύρος Τζουανάκος Μια καταδίκη που έχω πάθει, να είμαι ρέστος κι απένταρος, και γω δεν ξέρω πια που να πάω, γυρνώ στους δρόμους ταλαίπωρος.
Η μαύρη φτώχεια κι η ανεργία έχει θερίσει την κοινωνία. Η μαύρη φτώχεια κι η ανεργία έχει θερίσει την κοινωνία. Παίρνω τον δρόμο, δεν σταματάω, δεν με χωράει πια πουθενά, στο ταβερνάκι για να καθίσω και η καρέκλα ζητάει λεφτά.
Η μαύρη φτώχεια κι η ανεργία έχουν θερίσει την κοινωνία.
Η μαύρη φτώχεια κι η ανεργία έχει θερίσει την κοινωνία. Το χρήμα είναι που σ' εμψυχώνει, σε κάνει φίνο να περπατάς, και δεν σε νοιάζει η κοινωνία, το τι θα γίνει που δεν ρωτάς.
 Η μαύρη φτώχεια κι η ανεργία έχουν θερίσει την κοινωνία.
Η μαύρη φτώχεια κι η ανεργία έχει θερίσει την κοινωνία.
e-oikodomos.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Next page